Warning: DOMDocument::loadXML(): Start tag expected, '<' not found in Entity, line: 1 in /home/fotoslamprinos/public_html/wp-content/plugins/premium-seo-pack/modules/title_meta_format/init.social.php on line 481

1909 / 4 Μάιος

Γιώργης Λαμπρινός (1909-1949)


«Tα ονόματά τους δε θα βρεθούν στους επίσημους
καταλόγους των τρανών προσώπων που γέμισαν
τις σελίδες του Eικοσιένα κι ο ερευνητής που νοιάζεται,
θα μάθει κάτι για τη ζωή και τη δράση τους από τα ψίχουλα,
που θα περιμαζέψει στα περιθώρια της ιστορίας» .

Από τον πρόλογο του Γ.Λαμπρινού στο βιβλίο «Μορφές του Εικοσιένα» 3η έκδοση «Αετός», 1945.

Γιώργης Λαμπρινός (1909-1949)

      pateras-fotou-skitso  Γιώργης Λαμπρινός (1909-1949) pateras fotou skitso             Scan14  Γιώργης Λαμπρινός (1909-1949) Scan14

Σκίτσο-πορτραίτο του Γ. Λαμπρινού, από τον Αντώνη Πρωτοπάτση, για το βιβλίο «15 Διηγήματα από την Αντίσταση»

O πατέρας μου, Γιώργης Λαμπρινός ( Mπαστουνόπουλος ) γεννήθηκε στη Σίτσοβα ( Αλαγονία ), το 1909. Ένα κεφαλοχώρι, στη δυτική πλευρά, τη Μεσσηνιακή, του Ταϋγέτου, στο δρόμο προς τη Σπάρτη. Ο πατέρας του, Αναστάσης Μπαστουνόπουλος, δικαστικός υπάλληλος, είχε τρεις αδελφούς (Γιάννη, πατέρα του Κωστή Μπαστιά – Μπαστουνόπουλου, Γρηγόρη, πατέρα της Κατίνας Μπαστιά και μετέπειτα Ζιάγκα και Νίκο) και μία αδελφή (την Παναγιώτα Θεοδωροπούλου, γιαγιά των αδελφών Μίμη και Γιώργου Χριστόπουλου της «Εκδοτικής Αθηνών»).

Η μητέρα τού πατέρα μου, η Χριστόφιλη, το γένος Βασιλάκη, ήταν από μεγάλο σόϊ, με τους περισσότερους συγγενείς να ζουν στη Σίτσοβα, ενώ ένα μέρος της οικογένειας Βασιλάκη, ζούσε στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου κατείχε αρκετά στρέματα γης. Ανάμεσά τους, ο θείος Αλέξανδρος, εξάδελφος του πατέρα μου, δικηγόρος και κομμουνιστής, που φυλακίστηκε για πολλά χρόνια, από την εποχή του εμφυλίου, με την κατηγορία ότι είχε λάβει μέρος, ως δικαστής, σε λαϊκά δικαστήρια του ΕΑΜ. Ο έτερος αδελφός της γιαγιάς Χριστόφιλης, ήταν ο πατέρας του Τακη Βασιλάκη (του γνωστού γλύπτη Τάκη), ενώ μία ακόμα εξαδέλφη του πατέρα μου, ήταν η μητέρα του Γιώργου Γιαννόπουλου, γνωστού Αθηναίου δικηγόρου, με τον οποίο από τη δεκαετία του ’40, όταν γνωριστήκαμε, μείναμε στενά δεμένοι, μέχρι το θάνατό του. Ο πατέρας μου, είχε δύο αδέλφια, από τα οποία ο μεγαλύτερος, Γρηγόρης, πέθανε σε νεαρή ηλικία ενώ μακροημέρευσε ο έτερος, ο Νίκος, επίσης δικαστικός υπάλληλος όπως ο πατέρας του.

Η ΖΩΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Από τα παιδικά μου χρόνια, η ζωή με τον πατέρα μου είχε αναγκαστικά κενά, λόγω, αρχικώς, της εξορίας και της αρρώστιας, ενώ στην Κατοχή, οι συναντήσεις μας ήταν σπάνιες, λόγω παρα-νομίας, μέχρι τη σύλληψή του. Από την Απελευθέρωση και μέχρι την αναχώρησή του για το βουνό, ζήσαμε στο ίδιο σπίτι (Παλαμηδίου 10, στον Κολωνό), αλλά και πάλι, σπάνια τον έβλεπα, εκτός από κάποια μεσημέρια ή τις Κυριακές, γιατί οι πολλαπλές κομματικές και δημοσιογραφικές του εργασίες, τον κρατούσαν μακρυά από εμάς, όλη τη μέρα. Βέβαια, δεν ήταν λίγες οι φορές που πήγαινα εγώ να τον δω, στη δουλειά (γραφεία «Ριζοσπάστη», γωνία Σταδίου & Εδουάρδου Λω) ή για να του πηγαίνω φαγητό, στο τυπογραφείο «Πετσόπουλου», πίσω από το Δημαρχείο, όπου τυπωνόταν ο «Ρίζος της Δευτέρας». Έτσι, οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του, – ιδίως πριν την γέννηση μου- προέρχονται από έμμεσες πηγές (βιβλία, εφημερίδες, συγγενείς) και πολύ λιγότερο από δικές του αφηγήσεις ή κοινά βιώματα. Εκτός από τα βιβλία και τα γραπτά του (όσα διασώθηκαν), εκείνο που μου έχει μείνει μέχρι σήμερα, είναι αυτές οι ελάχιστες φωτογραφίες, που παραθέτω.

Η ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΚΚΕ

Ο Γιώργης Λαμπρινός, λόγω των διαρκών μεταθέσεων του πατέρα του, έζησε σε διάφορες επαρχιακές πολιτείες (Γύθειο, Kαλαμάτα) με τελευταία τη Λαμία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο.

Ωστόσο, οι παρέες του, ήταν στον γειτονικό Βόλο, όπου ασπάστηκε τις αριστερές ιδέες και σε νεαρή ηλικία στρατεύεται στο κομμουνιστικό κίνημα, στο οποίο αφιέρωσε, ουσιαστικά, όλη του τη ζωή.
Λόγω, ακριβώς, της πολιτικής του δράσης, δεν θα μπορέσει να φοιτήσει, πέραν του δευτέρου έτους, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, έχοντας λάβει μέρος σε συμπλοκή, που προκλήθηκε για πολιτικούς λόγους και στην οποία συμμετείχε, ο γιός του Πρύτανη.

Βεβαίως, συνεχίζει ασταμάτητα, την κομματική του δράση και μετακινείται, ανάλογα με τις εντολές του Κόμματος, σε διάφορες πόλεις της Ελλαδας, όπως Γύθειο, Καλαμάτα, και Πάτρα, εκεί το 1936, γνωρίζει και παντρεύεται την Eυγενία Tσάλα, με την οποία απέκτησε δύο αγόρια (Φώτος και Λάμπρος), που λόγω των διώξεων (εξορίες και φυλακές για τον ίδιο και στρατόπεδα συ-γκεντρώσεως στη Γερμανία για τη γυναίκα του), έχουν δεκάχρονη διαφορά ηλικίας.
Eμφανίζεται για πρώτη φορά, με κείμενά του, στην καλαματιανή εφημερίδα “Θάρρος” (1936) και αργότερα στα “Nεοελληνικά Γράμματα” (1939), στη “Bραδυνή” και στη “Nέα Eστία” με διηγήματα και άρθρα. Την ίδια περίοδο, δημοσιεύει στην “Φιλολογική Kαθημερινή” τις πρώτες μονογραφίες από τις “Mορφές του Eικοσιένα”. (βλ. πρόλογο του Γ. Λαμπρινού στο βιβλίο «Μορφές του 21», 3η εκδοση «Ρήγας», 1945).
Είναι η εποχή που έχει ανάγκη από ένα σταθερό ψευδώνυμο και υιοθετεί το «Λαμπρινός», που έγινε αιτία άγριου καυγά, μεταξύ της μητέρας μου και του Μπάμπη Κλάρα, γνωστού δημοσιογράφου και αδελφού του Άρη Βελουχιώτη, για το ποιός είναι ο «νονός»! Φυσικά, επισήμως, διατηρεί το επώνυμο «Μπαστουνόπουλος».
Στη δικτατορία της 4ης Aυγούστου συλλαμβάνεται και μετά από σχετικά σύντομη παραμονή στις φυλακές της Αίγινας, εξορίζεται στη Σίκινο. Εκεί με βλέπει για πρώτη φορά, μετά τη γέννησή μου, όταν η μητέρα μου με πηγαίνει στο νησί, όπου οι 15 εξόριστοι σύντροφοι του πατέρα μου, οργανώνουν τα βαφτίσια μου.
(βλ. το βιβλίο «Σίκινος. Αναμνήσεις από την εξορία 1936-1941» εκδ. «Οδυσσέας» 1996, του Κυριάκου Τσακίρη και ειδικά το κεφάλαιο «Τα βαφτίσια» σελ. 106-111, όπου περιγράφονται τα βαφτίσια μου με τους 15 νονούς, και γίνεται μία αναφορά στους Γιώργη και Ευγενία Λαμπρινού.)

Mε ενέργειες του εξαδέλφου του Kωστή Mπαστιά, αφήνεται ελεύθερος, προκειμένου να μεταφερθεί στη «Σωτηρία», επειδή πάσχει από φυματίωση. Στην Kατοχή, μετά την οικτρή δολοφονία της Hλέκτρας Aποστόλου, αναλαμβάνει τον τομέα καλλιτεχνών-διανοουμένων του Kομμουνιστικού Kόμματος και του EAM και εκδίδει 5 τεύχη του παράνομου περιοδικού “Πρωτοπόροι”.

Ωστόσο, υπήρχε και η καθημερινή ζωή. Δεν θυμάμαι, λόγω του ότι ήμουν πολύ μικρός, το πρώτο κοινό ταξίδι στο χωριό (Σίτσοβα), από’που και η φωτογραφία στα σκαλιά του «πύργου», όπως αποκαλούσαν το σπίτι του παππού, οι συγχωριανοί. Έχει μείνει, ωστόσο, η φωτογραφία.

Οι αναμνήσεις μου, από την κοινή ζωή με τον πατέρα και την μητέρα μου, ουσιαστικά αρχίζουν από το σπίτι της οδού Παλαμηδίου 10, στον Κολωνό. Εκεί, παρά τις σκληρές συνθήκες της Κατοχής και μετά, από το 1945 έως το 1947, έζησα, τους λιγοστούς μήνες «οικογενειακής ζωής».
Πρέπει να πιέσω πολύ τη μνήμη μου για να θυμηθώ τη ζωή μας σε αυτό το σπίτι την πρώτη περίοδο, μετά δηλαδή από το 1941, όταν οι γονείς μου εγκαστάθηκαν εκεί. Ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων ετών. Ήξερα βέβαια ότι είχε γίνει πόλεμος, γιατί στο προηγούμενο σπίτι, στην οδό Ασημάκη Φωτήλα, στα Εξάρχεια, μας ξύπναγαν πολλές φορές οι σειρήνες και μεταφερόμαστε στο υπόγειο της γωνιακής πολυκατοικίας, άχτιστης ακόμα και μόνο με τον τσιμεντένιο σκελετό. Όταν πήγαμε στην Παλαμηδίου, θα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί για τα καλά οι Γερμανοί και οι Ιταλοί στην Αθήνα. Κάποιους Ιταλούς είδα και στη γειτονιά, όμως Γερμανούς πρωτοείδα στο κέντρο της Αθήνας, όταν η μητέρα μου, με έπαιρνε μαζί της στο «Εθνικό Θεατρο», όπου εργαζόταν. Θυμάμαι ακόμα τις ψηλές μπότες τους. Θα πρέπει να ήταν αξιωματικοί. Η πιό έντονη ανάμνηση μου, από τη γειτονιά μας εκείνης της εποχής, είναι η παράσταση «Καραγκιόζη», που είδα στη μάντρα του «Μανωλόπουλου», κοντά στον Άη Γιώργη, στο Βούθουλα.

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Κάποιο πρωϊνό, στην Παλαμηδίου, κι ενώ χουζούρευα ακόμα στο κρεβάτι μου, στάθηκε από πάνω μου ο πανήψυλος πατέρας μου και μου είπε να ντυθώ στα γρήγορα γιατί κάπου θα πάμε. Βγαίνοντας από το σπίτι, τον ρώτησα αν θα πάμε μακρυά και αν θα πάρουμε το τραμ. Μου είπε, «όχι, θα πάμε με τα πόδια». Δεν ήξερα ακόμα την Αθήνα. Το μόνο που ήξερα, πολύ καλά, ήταν η γειτονιά μου και πως στα «σκαλάκια», ήταν οι γραμμές του τραίνου και πιό πέρα, ο σταθμός Πελοποννήσου.
Η Αθήνα ήταν τότε μία πόλη σε ανθρώπινα μέτρα, κι ένα μικρό παιδί μπορούσε όχι μόνο να τη φωτογραφίζει, αλλά και να τη μαθαίνει πολύ εύκολα. Βγαίνοντας από τα σκαλάκια, ακολουθή-σαμε κάτι στενά, σε έναν ατέλειωτο ποδαρόδρομο, για να περάσουμε, τελικά, από τον βασιλικό κήπο, να βγούμε δίπλα από το Στάδιο και να ανηφορίσουμε στο Α’ Νεκροταφείο. Όλα αυτά, μου τα μάθαινε, ενώ περπατούσαμε, ο πατέρας μου, προσέχοντας συνεχώς γύρω του. Από εκεί και πέρα, ο πατέρας μου σιώπησε.

Σταματήσαμε μόνο όταν βρεθήκαμε σε μιάν άκρη, δεξιά προς τα κάτω, ανάμεσα σε πέτρινους τάφους, όπου ειχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Αμυδρά στη μνήμη μου, ίσως όμως και από τις μετέπειτα διηγήσεις, έχω την αίσθηση ότι άκουγα μία ισχυρή φωνή, που κάτι έλεγε πολύ δυνατά. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου έσκυψε και μου έδειξε στο βάθος, σε ένα υπερυψωμένο σημείο, κάτι Γερμανούς αξιωματικούς, που στέκονταν με τα χέρια πίσω και κοιτούσαν προς το μέρος μας. Βρισκόμαστε, βέβαια, σε κηδεία, αλλά τίνος και γιατί δεν ήξερα. Το γεγονός το έμαθα μόλις επιστρέψαμε στο σπίτι, γιατί ο πατέρας μου με εμφανή υπερηφάνεια είπε: «Σήμερα, πήρα τον γιό μου και πήγαμε στην κηδεία του Παλαμά». Η δυνατή φωνή ήταν του Σικελιανού, που όπως έμαθα πολύ αργότερα, βροντοφώναξε το «Ηχήστε σάλπιγγες, καμπάνες βροντερές…». Φαίνεται πως ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τον Παλαμά, γιατί ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έμαθε, εκτός από την «3η Διεθνή» με το «Εμπρός της γης οι κολασμένοι», ήταν και το «Άφτιαχτο κι αστόλιστο του χάρου δεν σε δίνω…».

Την ίδια περίοδο δηλ. της Κατοχής, θυμάμαι τον πατέρα μου να αστειεύεται συνεχώς μαζί μου και με τη μητέρα μου, έτσι που μου έμεινε η εντύπωση ενός ανθρώπου με χιούμορ, κάτι που υπερα-σπίστηκα πολύ αργότερα, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στην «ΑΥΓΗ», όπου έγραφα κριτική κινηματογράφου, ο Τάσος Βουρνάς, μου είπε: «τουλάχιστον εσύ γελάς, δεν είσαι σαν τον πατέρα σου…». Έμαθα έτσι, όχι πως ο πατέρας μου δεν είχε χιούμορ, αλλά πως στον κομματικό ή δημοσιογραφικό χώρο, έδινε την εντύπωση ιδιαίτερα αυστηρού ανθρώπου, κάτι που ίσως θεωρούσε αναγκαίο, λόγω της θέσης και της κομματικής του ιδιότητας, αυτής του υπεύθυνου στο χώρο των διανοουμένων, αλλά και ως κριτικός στο «Ριζοσπάστη».
Στο σπίτι πάντως, το γέλιο και η καζούρα συνεχίζονταν, με θύμα τη γιαγιά μου τη Μαρία, που τις Κυριακές στολιζόταν με τις ώρες, για να παέι στο Περιστέρι, στην αδελφή της την Ασημίνα. Οπότε, λίγο πριν ξεκινήσει, με σήμα του πατέρα μου, αρχίζαμε την καζούρα: «Η θειά μας η Ασημίνα, τρία βρακιά φορεί. Ώσπου να βγάλει τό’να, τ’άλλα τα κατουρεί…». «Α, να χαθείτε, ξεδιάντροποι…» η απάντηση της γιαγιάς.
Όλη αυτή η συμβίωση, τελείωσε κάποια στιγμή, κάπως απότομα, γιατί μαζί με τη γιαγιά, με στείλανε στην Πάτρα, στην αδελφή της μητέρας μου, την Ελένη, φρεσκοπαντρεμένη με τον Θανάση Ρηγάτο, τσαγγάρη-υποδηματοποιό, Κεφαλλωνίτικης καταγωγής. Έμεινα μερικούς μήνες στην Πάτρα και κατά τις αρχές Μαΐου του 1944, η γιαγιά μου, με συνόδευσε στο σταθμό, για να επιβιβαστώ στην αυτοκινητάμαξα ( Ωτομοτρίς ) και να επιστρέψω μόνος μου στην Αθήνα.
Ήμουν πλέον 7 ετών. Φτάνοντας, πήδηξα στη πλατφόρμα και τρέχοντας, ξεκίνησα για το σπίτι, γνωρίζοντας πολύ καλά το δρόμο. Άλλωστε, δεν ήταν μακρυά. Η Παλαμηδίου αρχίζει πίσω ακριβώς απο το σταθμό Πελοποννήσου. Τράβηξα κολλητά στο σταθμό μέχρι να βρω τα «σκαλάκια», κι από εκεί, το σπίτι μου ήταν δυό βήματα. Όμως τα «σκαλάκια» ήταν κλειστά με συρματόπλεγμα και έπρεπε να κάνω το γύρο, να περάσω από τη διάβαση με τις γραμμές του τραίνου, να συνεχίσω στη Λένορμαν και να φτάσω από την κάτω μεριά, στην Παλαμηδίου. Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Έφτασα στο σπίτι και όρμησα τρέχοντας στη μακρόστενη είσοδο, εισβάλ-λοντας κυριολεκτικά στην αυλή. Αντίκρυσα τις δύο πόρτες ορθάνοιχτες, μπήκα στα δωμάτια και έμεινα άφωνος…Το σπίτι ήταν εντελώς άδειο. Κανένα έπιπλο, τραπέζι, καρέκλα, σκαμνί. Τίποτε. Η κουζίνα το ίδιο. Δεν υπήρχε ούτε μπρίκι. Το μόνο που είχε μείνει στο μέσα δωμάτιο, ήταν το σιδερένιο κρεβάτι των γονιών μου, με μόνο το σκελετό του και μία βρώμικη κουβέρτα ριγμένη πάνω του, λες και κάποιος το σκέπασε για να μη φαίνεται η γύμνια του. Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έμεινα λίγη ώρα έτσι, κοιτάζοντας, μέχρι που κάποια στιγμή, σα να ξύπνησα από λήθαργο, έτρεξα, βγήκα στο δρόμο και χτύπησα με τη σιδερένια γροθιά, τη διπλανή πόρτα, των Καμαραίων. Μου άνοιξε η κυρά Καμαρίνα, όπως την αποκαλούσαμε, και μόλις με είδε έβγαλε μιά φωνή: «Αχ, το παιδί». Αμέσως με περιμάζεψε στο σπίτι. Με ρώτησε πως ήρθα και αν πεινάω. Ο άντρας της στεκόταν παράμερα και κοιτούσε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά. Αντί για απάντηση, τη ρώτησα αμέσως: «Που είναι η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου;». «Μην ανησυχείς», μου λέει «Έχουνε πάει μιά βόλτα. Θα γυρίσουν». «Και με το σπίτι τι έγινε;» «Α, με το σπίτι. Να, έχει βάλει μιά κουβέρτα ο Νίκος μας και κοιμάται καμιά φορά, όταν έρχεται κουρασμένος από τη δουλειά. Έλα να σου βάλω κάτι να φας».
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα σε αυτό το σπίτι. Όση και να ήταν, δεν ξαναμίλησα. Κοιτούσα την ψηλή και ξερακιανή Καμαρίνα, με το μακρύ σκουρόχρωμο φόρεμα και το κεφαλομάντηλο, ιδίου χρώματος, τον Κάμαρη, έναν κοντόχοντρο ηλικιωμένο άντρα, με ένα τριμμένο γκρι κοστούμι, γιλέκο και γραβάτα, να κοιτάζει κάπου μακρυά, σα να ήθελε να αποφύγει το βλέμμα μου. Κάποια στιγμή μου είπαν ότι θα φύγουμε. Με πήραν και κατηφορίζοντας την Παλαμηδίου, με πήγαν σε ένα σπίτι, όπου έμεναν κάποιοι μακρυνοί συγγενείς της μητέρας μου. Μαζί τους έμεινα κανά δυό μέρες κι εκείνοι βρήκαν το αδελφό του πατέρα μου, το θείο Νίκο, που δούλευε στα Δικαστήρια και με παρέδωσαν.

Ο θείος Νίκος δεν μου είπε και πολλά πράγματα για τους γονείς μου και για όλα όσα συνέβησαν το διάστημα που έλειπα στην Πάτρα. Κι αν μου είπε, δεν τα θυμάμαι. Ίσως να ήταν κάτι αντίστοιχο με το «έχουν πάει μιά βόλτα και θα γυρίσουν» των Καμαραίων. Απλώς, την ίδια μέρα, με πήγε σε ένα μέρος με μιά μεγάλη πλατεία και ανηφορικούς δρόμους, αραιοχτισμένους. Αργότερα έμαθα ότι ήταν η πλατεία Κυψέλης. Δεν προλάβαμε να ανηφορίσουμε με το θείο μου και βλέπω να έρχεται προς το μέρος μας ο πατέρας μου. Φυσικά έτρεξα στην αγκαλιά του. Εκείνος άλλαξε δυό βιαστικές κουβέντες με το θείο μου και με πήρε μαζί του. Λίγο πιό πάνω σε μία καλοφτιαγμένη μονοκατοικία ζούσε ο Μανώλης Σκουλούδης κι εκεί, όπως έμαθα αργότερα, κρυβόταν ο πατέρας μου.

Στο σαλόνι του σπιτού ο Σκουλούδης με τη γυναίκα του με δέχτηκαν λες και με γνώριζαν χρόνια. Εγώ βέβαια δεν είχα μάτια παρά μόνο για τον πατέρα μου. Δεν έμεινα παρά δυό τρεις μέρες σ’αυτό το σπίτι, ώσπου με πήρε ο πατέρας μου και με έναν ατέλειωτο ποδαρόδρομο πάνω από το Πολύγωνο και του Γκύζη, περάσαμε στο ρέμα του Ιλισσού και ανηφορήσαμε στου Ζωγράφου.

Στη διαδρομή, από ψηλά, έβλεπα κάτω στη λεωφόρο να κυκλοφορούν τα κίτρινα τραμ. Ρώτησα τον πατέρα μου γιατί δεν κατηφορίζουμε να πάρουμε το τραμ και να πάμε πιό γρήγορα και τότε άρχισε να μου λέει μιάν ιστορία από αυτές που η μνήμη, θέλει δεν θέλει, τις συγκρατεί και δεν ξεχνιούνται ποτέ. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι χωρίς ποτέ να γίνουν κάποιες συγκεκριμένες συζητήσεις ή «δηλώσεις», τουλάχιστον μεχρι εκείνη τη στιγμή, ήξερα ότι οι γονείς μου είναι αριστεροί κι ότι ο πατέρας μου είναι στέλεχος του Κόμματος. Δεν μιλούσαμε γι αυτά, αλλά έτσι απότομα που μεγαλώναμε τότε, δεν χρειάζονταν και πολλά λόγια για να καταλαβαίνω τι συμβαίνει.

Ο πατέρας μου άρχισε την κουβέντα από την Μαρία. Μιά Ελασίτισσα που είχα για λίγο γνωρίσει στην Παλαμηδίου. Η Μαρία ήταν στην ομάδα του ΕΛΑΣ που προστάτευε τα στελέχη. Μου λέει λοιπον ο πατέρας μου ότι η Μαρία πιάστηκε από τους Γερμανούς και αφού έφαγε ξύλο, άρχισε να καταδίδει όσους γνώριζε και ήξερε πού μπορεί να τους βρει. Μία από τις πρώτες ήταν η μητέρα μου, που οι Γερμανοί, με υπόδειξη της Μαρίας, συνέλαβαν στο ραφτάδικο του Εθνικού Θεάτρου, στη Σατω-βριάνδου. Για την μετέπειτα τύχη της μητέρας μου, ο πατέρας μου δεν είπε κουβέντα. Πρόσθεσε όμως, ότι η Μαρία αφού κατέδωσε πολύ κόσμο, έψαχνε να βρει και τον ίδιο. Γι αυτό κρυβόταν. Δεν έμενε ποτέ στο ίδιο σπίτι πάνω από δυό τρεις μέρες και ότι με πήγαινε στη θεία τη Δήμητρα και τον θείο Κώστα στου Ζωγράφου, μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Τι να δούμε δηλαδή; Άστο καλύτερα…

Πράγματι, με άφησε στου Ζωγράφου και το ίδιο βράδυ εξαφανίστηκε. Στης θείας Δήμητρας στου Ζωγράφου, για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει Κατοχή. Δεν υπήρχε τίποτε φαγώσιμο και ότι τρώγαμε ήταν εφευρέσεις της θείας Δήμητρας και του θείου Κώστα, που έκαναν ότι μπορούσαν για να συντηρηθούμε, έστω και στοιχειωδώς. Η θεία Δήμητρα, στην πραγματικότητα δεν ήταν θεία μου. Αδελφή της γιαγιάς μου ήταν, από άλλη μητέρα. Όμως εγώ την έλεγα θεία μέχρι τα βαθειά της γεράματα. Λίγο αργότερα, τον Ιούνη του 1944, έμαθα από τη θεια Δήμητρα, ότι ο πατέρας μου συνελήφθη από τους Γερμανούς. Ότι βασανίστηκε σκληρά στα κρατητήρια της οδού Mέρλιν, το έμαθα αργότερα, μόλις αποφυλακίστηκε, λίγο πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Pίτσος θα αφιερώσει σ’αυτόν και στον Θέμο Kορνάρο, επίσης οδυνηρό θύμα των βασανιστηρίων, ένα του ποίημα.

Κάποια στιγμή, είτε γιατί δεν τα έβγαζαν πέρα, είτε γιατί έτσι τα είχαν συμφωνήσει με τον πατέρα μου, η θεία Δήμητρα και ο θείος Κώστας αποφάσισαν να με πάνε «για ένα μικρό διάστημα» όπως μου είπαν, στη θεία Ελένη, από το σόϊ του πατέρα μου, που έμενε στην οδό Θεμιστοκλέους, δίπλα στην Ομόνοια. Ο άντρας της δούλευε στη Λυρική Σκηνή λογιστής, διορισμένος και αυτός προπολεμικά από τον Μπαστιά, και αυτό τους έδινε ίσως τη δυνατότητα να πορεύονται κούτσα κούτσα και να μπορούν να ταΐσουν ένα ακόμα στόμα. Το δικό μου.

Από τότε όμως, που η μητέρα μου με έπαιρνε στο Εθνικό Θέατρο, είχα μάθει τη γειτονιά και πήγαινα στο εργαστήρι, στις κοπέλλες που δούλευαν με τη μητέρα μου, μήπως και με οδηγήσουν ξανά στον παραμυθένιο κόσμο των θεατρικών κοστουμιών, στο βεστιάριο. Κυκλοφορούσα λοιπόν ελεύθερα στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς να γνωρίζω τι έχει γίνει η μητέρα μου, ή ο πατέρας μου, μέχρι που ένα μεσημεράκι, έξω από το Εθνικό στην Αγίου Κωνσταντίνου, με πλησιάζει ένας άντρας μετρίου αναστήματος και φτωχικά ντυμένος και με ρωτάει αν είμαι ο Φώτος, ο γιός του Λαμπρινού.
Μου ζήτησε αμέσως να τον οδηγήσω στο σπίτι της θειάς μου, στη Θεμιστοκλέους και με γρήγορο, σχεδόν αγχωτικό βήμα, όπως φάνηκε από το τρόπο που περπατούσε, κοιτάζοντας συνεχώς προς όλες τις κατευθύνσεις, φτάσαμε. Εξήγησε στη θειά μου ότι πρέπει αμέσως να εξαφανιστώ από το κέντρο της πόλης, γιατί έχουν πιάσει τον πατέρα μου, τον βασανίζουν και ότι η Μαρία, που τον αναγνώρισε από μακρυά και τον υπέδειξε στους Γερμανούς, κυνηγάει εμένα για να υποχρεώσει τον πατέρα μου να μαρτυρήσει.
Η θειά μου, σε δύσκολη θέση, δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει, οπότε, ο κύριος, που μου είπε στο μεταξύ, ότι ήταν συγκρατούμενος με τον πατέρα μου στο Χαϊδάρι και ότι πριν βγεί, ήταν ο πατέρας μου που του ζήτησε να με βρει και να με φυγαδεύσει, είπε ότι έχει μιά λύση: ένα, κάτι σαν Ίδρυμα, του Ερυθρού Σταυρού στο Μαρούσι, για ορφανά ή αδέσποτα παιδιά, όπου σκόπευε να με πάει. Και με πήγε.
Στο Μαρούσι πήγαμε με το λεωφορείο της γραμμής που ήταν καλυμμένο με καραβόπανο και είχε ξύλινα καθίσματα. Το κτίριο, ένα τετραόροφο θηρίο, σε σχέση με τα χαμόσπιτα της περιοχής, δέσποζε κάτω από την Κασταλία, την κεντρική πλατεία του Μαρουσιού, στο δρόμο προς τον θερινό κινηματογράφο «Ρεξ». Ήταν περιφραγμένο με ψηλό μαντρότοιχο και μεγάλη σιδερένια πόρτα. Αδύνατο και να το διανοηθώ να το σκάσω. Αφού έγιναν τα διάφορα τυπικά, ο κύριος με εγκατέλειψε λέγοντάς μου «θα έρθω, μόλις μπορέσω, να σε δω» – δεν τον ξαναείδα ποτέ.
Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου στο Ίδρυμα είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγραφεί. Δεν ξέρω πως να αφηγηθώ το κλίμα, τις συνθήκες και κυρίως την απελπισία που με διακατείχε, ότι δεν πρόκειται να βγω ζωντανός από εκεί μέσα. Μέναμε σε μεγάλους θαλάμους, και λόγω του υπερπληθυσμού, στο υπόγειο, το οποίο συχνά-πυκνά πλημμύριζε νερά. Το μόνο που θυμάμαι από το «φαγητό» είναι το πρωϊνό ρόφημα, ένα σκούρο υγρό που υποτίθεται ότι ήταν τσάϊ. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας το περνούσαμε στην αυλή χωρίς απολύτως καμία διάθεση για παιχνίδι. Ρούχα, εκτός από αυτά που είχα, δεν μου έδωσαν και ξυπόλητος πλέον, τουρτούριζα από το κρύο.

Δεν ξέρω πόσο διάστημα πέρασα σ’αυτή την κόλαση, όταν κάποια μέρα, ενώ βρισκόμουνα στην αυλή, βλέπω να έρχεται από τη σιδερένια πόρτα η θεία Δήμητρα. Από μικρό παιδί δεν έκλαιγα. Ακόμα και αργότερα, σε μεγάλη ηλικία, όταν υπήρξαν αρκετά δύσκολες στιγμές, ήθελα, αλλά δεν μπορούσα να κλάψω. Ίσως και να ήταν η τελευταία φορά που έβαλα τα κλάμματα. «Θείτσα μου, πάρε με από δω, θα πεθάνω» – της έλεγα. Η θειά μου με κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της κι έκλαιγε κι αυτή. Πήγε αμέσως μετά σε κάποιο γραφείο και το βραδάκι βρισκόμουνα πάλι στη σιγουριά του σπιτιού, στου Ζωγράφου.
Ένα μεσημέρι πήρα, όπως κάθε μέρα, το κατσαρολάκι και κίνησα για τη «Φωλιά», να πάρω συσσίτιο. Δεν κατηφόρησα προς την λεωφόρο. Συνέχισα στην Ιωάννου Θεολόγου προς τα κάτω. Χωματόδρομος, βεβαίως, με μεγάλες αλάνες στη διαδρομή, όπως αυτή που απλωνόταν για καμιά τρακοσαριά μέτρα μετά το σπίτι. Άπλωμα και ανοιχτός ορίζοντας μέχρι την επόμενη γειτονιά με τα μονόροφα σπίτια. Έτσι όπως περπατούσα αμέριμνος, βλέπω από το βάθος του δρόμου, κάπου στο ύψος του τέλους της αλάνας, ένα ζευγάρι να έρχεται προς το μέρος μου. Ο άντρας ψηλός και αδύνατος, η γυναίκα, αδύνατη και αυτή αλλά αρκετά κοντύτερη. Προχώρησα, κοιτάζοντάς τους, μερικά βήματα ακόμα και ξαφικά άρχισα να τρέχω. Πλησιάζοντας δεν είχα καμία αμφιβολία. Ήταν ο πατέρας μου. Με είδε φυσικά κι αυτός και μόλις πλησίασα, άνοιξε την αγκαλιά του κι εγώ πήδηξα πάνω του, μην σκοπεύοντας να κατέβω, από εκεί ψηλά, ποτέ. Εκείνος όμως με απήθωσε τρυφερά στο δρόμο και με ρώτησε για πού πήγαινα. «Στη «Φωλιά» του λέω, «για το συσσίτιο». «Πήγαινε, μου λέει, να πάρεις το συσσίτιο και έλα στο σπίτι».
Δεν περίμενα δεύτερη κουβέντα, και τόβαλα στα πόδια. Έτρεχα για να συντομεύσω όσο γίνεται το χρόνο. Συστάσεις με την κυρία δεν έγιναν. Αλλά λίγο με απασχολούσε. Όταν έφτασα στο σπίτι ο πατέρας μου ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Είχε μείνει με το πουκάμισο και το παντελόνι και κοιτούσε ψηλά. Στο σπίτι, η θειά μου με πρόλαβε πριν μπω στο δωμάτιο και μου είπε στα πεταχτά να είμαι ήσυχος γιατί ο πατέρας μου είναι άρωστος. Περίμεναν να έρθει ο γιατρός. Εγώ μπήκα στο δωμάτιο, κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι να αλλάξαμε έστω και μία κουβέντα με τον πατέρα μου. Ήρθε ο γιατρός, ο κύριος Καμηλαυκάς, ο πιό διάσημος γιατρός του Ζωγράφου. Με έβγαλαν από το δωμάτιο, αλλα πρόλαβα να δω τον πατέρα μου να βγάζει το πουκάμισό του. Όλο του το στήθος ήταν γεμάτο πληγές. Έμεινε σε αυτό το κρεβάτι περίπου ένα μήνα. Ο πατέρας μου βγήκε από το Χαϊδάρι λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Μόλις συνήλθε κάπως ο πατέρας μου φύγαμε και οι δύο από το σπίτι της θείας της Δήμητρας, στου Ζωγράφου. Εμένα με παρέλαβε η κυρία που συνόδευε τον πατέρα μου, όταν ήρθε από το Χαϊδάρι. Το πραγματικό της όνομα ήταν Καλλιόπη Καραμέρου, αλλά είτε ως όνομα της παρανομίας, είτε λόγω έρωτα με τον Φοίβο Ανωγειανάκη, τη λέγανε Φοίβη και έτσι την αποκαλούσαν όλοι, ακόμα και τα παιδιά της. Δύο αγόρια, ο μεγαλύτερος Αιμίλιος και ο μικρότερος Δημήτρης και ανάμεσά τους ένα κορίτσι, η Καίτη, μετέπειτα σύζυγος του Ροβήρου Μανθούλη. Στη Φοίβη και στο Φοίβο με πήγε ο πατέρας μου, γιατί, παράλληλα, με έβαλε στο ιδιωτικό σχολείο «Μακρής-Παναγιωτόπουλος» στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, σε σχετικά κοντινή απόσταση από το σπίτι της οδού Δημητρέσα.
Ο Παναγιωτόπουλος ήταν ο γνωστός συγγραφέας Ι.Μ. κι αυτό το έμαθα, όταν μία μέρα στο σχολείο, μου έδωσε ένα βιβλίο του, να το παραδώσω στον πατέρα μου. Δεν θυμάμαι αν πριν από αυτή τη μέρα ήξερα τι είδους αρμοδιότητες είχε ο πατέρας μου στο «Ριζοσπάστη», όπου εργαζόταν. Με το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου έμαθα ότι έγραφε κριτική, ότι είχε σχέση με τη καλλιτεχνική σελίδα και εν γένει με τα πνευματικά θέματα.
Στο σπίτι της οδού Δημητρέσα έμεινα τους πρώτους μηνες της Απελευθέρωσης και έχοντας εξοικειωθεί με την πόλη, πήγαινα συχνά στα γραφεία του «Ριζοσπάστη». Εκεί γυρόφερνα με τις ώρες, χαζεύοντας κυρίως τους σκιτσογράφους, όπως τον Τερζόπουλο, (τον μετέπειτα εκδότη του περιοδικού «Γυναίκα»), που με το ψευδώνυμο «Τάκης ο κουκουές», δημοσίευε, κάθε Κυριακή, ένα μεγάλο σκίτσο παιδικής τεχνοτροπίας, δήθεν ότι ο «Τάκης», είναι κάποιο πιτσιρίκι, που σατιρίζει την επικαιρότητα.
Η αλήθεια είναι οτι δεν γνώριζα αυτό το «μυστικό» και ζήλευα πολύ αυτό το υποτιθέμενο πιτσιρίκι. Τόσο που μιά μέρα, σκέφτηκα κι εγώ ένα σκίτσο, το αφηγήθηκα στον Τερζόπουλο και του ζήτησα να με βοηθήσει να το φτιάξω. Το έκανε και το πήγα όλο περηφάνεια στον πατέρα μου ζητώντας του να το δημοσιεύσει. Δεν θυμάμαι αν το έσκισε επί τόπου ή απλώς το πέταξε. Το σίγουρο είναι ότι δεν δημοσιεύτηκε. Εκτός από τον «Ριζοσπάστη», ο πατέρας μου ήταν κομματικός υπέυθυνος και αρθρογράφος, στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», που είχε γραφεία στο βιβλιοπωλείο «Αετός» στη Βουκουρεστίου, απένταντι από το «Brazilian». Εκεί μαζεύονταν και έπιναν όρθιοι τον καφέ τους, αρκετοί από τους φίλους του πατέρα μου, που γνώρισα κι εγώ, όπως ο γλύπτης Μέμος Μακρής, που φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο μπεζ σορτσάκι, καφέ μπλούζα και πέδιλα κι έτσι όπως ήταν ηλιοκαμμένος, έμοιαζε μπρούτζινος. Γυρνούσα ανάμεσά τους κοιτάζοντας προς τα πάνω, ένεκα το μπόϊ μου, και άκουγα τις κουβέντες, τα γέλια και τους ήχους από το μηχάνημα που έφτιαχνε τον εσπρέσσο.
Η ευθύνη της καλλιτεχνικής σελίδας του «Ριζοσπάστη» προέκυπτε από το γεγονός ότι ο πατέρας μου, ήταν ένα είδος ινστρούκτορα των πνευματικών και καλλιτεχνικών πραγμάτων στο Κόμμα, με πολιτικό προϊστάμενο τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη (μέλος του Πολιτικού Γραφείου) με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία.
Δεν ξέρω αν αυτό ίσχυε και προπολεμικά, αφού από τα 17 του χρόνια είχε αφοσιωθεί στην κομματική δουλειά, είχε διωχθεί, για πολιτικούς λόγους, από το Πανεπιστήμιο και γύριζε με εντολή του Κόμματος σε διάφορες επαρχιακές πόλεις, ως κομματικός καθοδηγητής.
(βλ. το βιβλίο του Ασχημάκη Πανσέληνου «Τότε που ζούσαμε», όπου περιγράφει με καθόλου κολακευτικό τρόπο την «καθοδήγηση» του πατέρα μου).

Γνωρίζω βέβαια, ότι προπολεμικά, άρχισε να γράφει τις «Μορφές του Εικοσιένα» που ως μονογραφίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στη φιλολογική σελίδα της «Καθημερινής». Θυμάμαι πως κάποτε μου είχε πει, πως στην Κατοχή, όντας παράνομος, είχε βρει ένα καλό «κρυσφήγετο» στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου ερευνούσε, γνωστές και άγνωστες πηγές, προκειμένου να γράψει τις “Mορφές του Eικοσιένα”.
Το βιβλίο, πρωτοεκδόθηκε λογοκριμένο, στην Κατοχή, το 1942, από τις εκδόσεις «Αετός». Επανεκδόθηκε το 1942 από τις εκδόσεις «Μαρή & Κορότζη», όπου υπάρχει η αφιέρωση «Χαρισμένο στο Νίκο μας» εννοώντας τον Νίκο Ζαχαριάδη. Η κάλυψη για την αφιέρωση ήταν ότι ο πατέρας μου είχε έναν αδελφό με το όνομα Νίκος. Τέλος, αφιερωμένο σε μένα – « στο γιό μου το Φώτο » – αποκατεστημένο, ως προς τη λογοκρισία, συμπληρωμένο με μερικές ακόμα μονογραφίες και με ξυλογραφίες του Τάσσου, εκδόθηκε για τρίτη φορά το 1945, από τις εκδόσεις «Ρήγας». Έκτοτε έχει πραγματοποιήσει άλλες πέντε εκδόσεις.
(Αναλυτικά για το βιβλίο και τις εκδόσεις που πραγματοποίησε, βλ. παρακάτω το κεφ. «Τα βιβλία του Γιώργη Λαμπρινού).

Mε θέμα τις μονογραφίες των αγωνιστών του 1821, ο Γ.Λ. έκανε μιά σειρά από ομιλίες και συζητήσεις με πυκνότατο ακροατήριο από φοιτητές, του Πανεπιστημίου Aθηνών. Στην Κατοχή ήταν στην ομάδα καθοδήγησης των διανοουμένων-καλλιτεχνών του Κόμματος με επικεφαλής την Ηλέκτρα Αποστόλου – Σιδερίδου, μετά τον οικτρό θάνατο της οποίας, στα κελιά της κομαντατούρ στην Πλατεία Κυριακού, την οργάνωση ανέλαβε ο πατέρας μου, εκδίδοντας και το παράνομο έντυπο «Πρωτοπόροι».
Αμέσως μετά την Απελευθέρωση, με τη νομιμοποίηση του Kόμματος, αναλαμβάνει, ως επικεφαλής, την καλλιτεχνική σελίδα του “Pιζοσπάστη” (1944-1947), και αργότερα, του “Pίζου της Δευτέρας” και καθοδηγεί, από κομματικής πλευράς, το φιλολογικό περιοδικό “Eλεύθερα Γράμματα”, του οποίου διευθυντής ήταν ο Δημήτρης Φωτιάδης. Στα «Ελεύθερα Γράμματα» δημοσίευσε, με την υπογραφή του, αλλά και ανυπόγραφα, πολλά άρθρα
(βλ. «Κριτικές, άρθρα, κείμενα, ρεπορτάζ του Γ. Λαμπρινού»).

Αναλαβάνει επίσης, εισηγητής δραματολογίου και στην ουσία, καθοδηγητής, του θεατρικού οργανισμού «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» που είχε δύο θιάσους, των νέων με ηθοποιούς όπως οι Ασπασία Παπαθανασίου, Νίκος Βασταρδής, Διονύσης Μήλλας, Αλέκα Παΐζη, Αλέξης Δαμιανός, Μίμης Φωτόπουλος, με σύγχρονο ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, όπως «Μακρυνός δρόμος» του Αλεξέι Αρμπούζωφ και «Αν δουλέψεις θα φας» του Νίκου Τσεκούρα και το θίασο των καθιερωμένων ηθοποιών όπως οι Βεάκης, Γληνός, Γιαννίδης με κλασικά, ως επί το πλείστον έργα, όπως ο «Ιούλιος Καίσαρας». Με όλες αυτές τις «ιδιότητες» του πατέρα μου, μπορούσα να μπαινοβγαίνω όποτε ήθελα στα γραφεία του «Ριζοσπάστη», να ανεβοκατεβαίνω στο πατάρι των εκδόσεων «Αετός», όπου τα γραφεία των «Ελευθέρων Γραμμάτων» και να πηγαίνω στο θέατρο. Ακόμη και στις πρόβες. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά πως εκτός από τους ηθοποιούς, τον σκηνογράφο-ενδυματολόγο και ενίοτε τον συγγραφέα, που ήταν παρόντες, υπήρχε και μία άλλη ειδικότητα – αυτή του σκηνοθέτη. Εκ των υστέρων σκέφτομαι, ότι ο σκηνοθέτης που παρακολουθούσα, θα πρέπει να ήταν ο Γιαννούλης Σαραντίδης, που τώρα πιά δεν θυμάμαι ούτε τη φυσιογνωμία του, με βοηθό τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, τον οποίο στη συνέχεια γνώρισα καλά, όπως και τη γυναίκα του, την Άλκη Ζέη.
Γεγονός είναι πάντως, ότι 1-2 χρόνια αργότερα, όταν πιά θα ήμουν 9 χρονών, ο πατέρα μου με ρώτησε, κάπως αναπάντεχα, τι θα γίνω όταν μεγαλώσω κι αμέσως του απάντησα: σκηνοθέτης.
«Να γίνεις Φώτο μου, αλλά όχι σαν τον Γιάννη τον Βεάκη», μου είπε κάπως μελαγχολικά και χωρίς άλλο σχόλιο. Με παραξένεψε η αντίδρασή του, σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως το επαγγελματικό μέλλον του γιού του. Έμαθα όμως, πως στο θίασο των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», εκτός από τον Αιμίλο Βεάκη, τον μεγαλύτερο, ίσως, έλληνα ηθοποιό, είχε προστεθεί και ο γιός του, ο Γιάννης, με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, χωρίς ωστόσο να ανταποκρίνεται στο επίπεδο, που τουλάχιστον ο πατέρας μου, και ίσως και άλλοι, θα ήθελαν. Η θέση του πατέρα μου, ήταν ωστόσο, πολύ λεπτή γιατί δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δυσαρεστήσει τον Αιμίλιο Βεάκη, μην επιτρέποντας στον γιό του να σκηνοθετήσει.

Φαίνεται, ότι η ερώτησή του προς εμένα, συνέπεσε με το σοβαρό πρόβλημα που αντιμετώπιζε και τον απασχολούσε τόσο, ώστε να μου απαντήσει κατ’αυτό τον τρόπο. Η συνέχεια, αν μπορούσε να την παρακολουθήσει, θα του έδειχνε ότι, οι δρόμοι μας με τον γιό του Βεάκη, υπήρξαν τελείως διαφορετικοί, χωρίς να επιδέχονται συγκρίσεων, τόσο που η επιθυμία του πατέρα μου, να μην έχει ανάγκη επιβεβαίωσης.

Στο Δημοτικό των Μακρή-Παναγιωτόπουλου πήγαινα με τα πόδια, περνώντας, από την Παπαδιαμαντοπούλου, απέναντι στην Βασιλίσσης Σοφίας και διασχίζοντας το πεζοδρόμιο του «Ευαγγελισμού». Το ίδιο τοιχάκι με τις μεγάλες πέτρες, που υπάρχουν και σήμερα, μας χώριζε από τον κήπο, που βρίσκεται μπροστά στο νοσοκομείο. Αυτό το τοιχάκι το θυμάμαι, γιατί επιστρέφοντας ένα μεσημέρι, ένοιωσα έντονη αδιαθεσία και ακουμπώντας στις πέτρες σταμάτησα, μη μπορώντας να συνεχίσω. Όταν το κατάφερα, πίεσα τον εαυτό μου, ώστε να φτάσω μέχρι τη Δημητρέσα. Ο γιατρός διαπίστωσε αμέσως διφθερίτιδα και διέταξε πλήρη απομόνωση, γιατί ήταν ασθένεια μεταδοτική. Ήρθε κι ο πατέρας μου – το μόνο καλό της όλης ιστορίας, γιατί τον έβλεπα σπανίως. Τα παιδιά της Φοίβης εκδήλωναν τη συμπαράστασή τους, εμφανιζόμενα κάθε τόσο στην πόρτα, χώνοντας για λίγο το κεφάλι τους και κάνοντας αστεία νοήματα.

Όταν συνήλθα, ο πατέρας μου με πήρε από τη Δημητρέσα και με πήγε στου Χαροκόπου, στην οδό Ανακρέοντος 2. Από την Απελευθέρωση και μετά, οι αδελφές της μητέρας μου, που βρίσκονταν στην Αθήνα (Σάσα, Λούλα-Μαργαρίτα και Γίτσα) έμεναν στο σπίτι της οδού Ανακρεόντος. Μία μονοκατοικία Μικρασιατών προσφύγων, του κυρ Γιώργη και της κυρά Ρήνης, με τρία δωμάτια, κουζίνα, πλυσταριό και εσωτερική σιδερένια σκάλα για τη ταράτσα. Όλοι αυτοί, μαζί με τα παιδιά της θείας μου της Γίτσας (Δέσπω, Μαρία και Σταύρο), όφειλαν να στριμωχτούν στα δύο δωμάτια, αφού στην κρεβατοκάμαρη έμενε το ζεύγος των ιδιοκτητών. Με άλλα λόγια, το αδιαχώρητο. Δεν θυμάμαι πού κοιμόμουνα, ούτε αν ο πατέρας μου διανυκτέρευε στο ίδιο σπίτι – μάλλον όχι.
Θυμάμαι ωστόσο, ότι ο ξαδελφός μου ο Σταύρος, που θα πρέπει να ήταν τότε περίπου τριών χρονών, κοιμόταν πάνω στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού. Λόγω ακριβώς, αυτού του αδιαχώρητου, το είχα «δίπορτο» και όποτε ήθελα έφευγα, εννοείται μόνος μου και πήγαινα στη θεία τη Δήμητρα, στου Ζωγράφου, από όπου πάλι το έσκαγα για να κατέβω στου Χαροκόπου και να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς. Οι μετακινήσεις μου γίνονταν με το λεωφορείο από του Ζωγράφου και καβάλα στο τραμ, που πήγαινε στην Καλλιθέα και τις Τζιτζιφιές. Σ’αυτό το σπίτι, έρχονταν ελασίτες όπως ο Αποστόλης και ο ξάδελφος του πατέρα μου ο Μίμης ο Χριστόπουλος. Αλλά την πλέον εντυπωσιακή εμφάνιση την έκανε, μία μέρα, η θεία Λούλα, που ήδη έφερε το ελασίτικο ψευδώνυμο Μαργαρίτα.

Βρισκόμουνα στο δρόμο μπροστά στο σπίτι, όταν ήρθε με φόρα και σταμάτησε ένα ιταλικό φιατάκι, με πόρτα που άνοιγε από το χερούλι προς τα έξω, απ’όπου βγήκε η Μαργαρίτα, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο, στενά προσαρμοσμένο στο πλούσιο στήθος της, ζακέτα, αν θυμάμαι καλά χρώματος καφέ και «κυλότα» ιταλική με μπότες. Πρόλαβα να δω ότι προκειμένου να βγει από το αυτοκίνητο, παραμέρισε ένα αυτόματο, που ήταν στερεωμένο ανάμεσα στα πόδια της. Την ακολούθησα στο σπίτι και δεν την έχασα από τα μάτια μου, μέχρι να τη δω, μετά από λίγο, να φεύγει. Εξακολούθησα να βλέπω τον πατέρα μου στη χάση και στη φέξη, τόσο που, έστω και για να τον κοιτάζω, τον συνέδευα μέχρι τη στάση του τραμ, στου Χαροκόπου. Για τη μητέρα μου, ούτε κουβέντα. Είχα προσέξει ωστόσο, ότι η γιαγιά μου η Μαρία, φορούσε μαύρα, με την επίσημη δικαιολογία ότι είναι χήρα. Η αλήθεια είναι όμως, ότι ήταν για τη μητέρα μου.

Ωστόσο, τα πολιτικά γεγονότα τρέχουν. Έχει σχηματισθεί κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Γ. Παπανδρέου και με τη συμμετοχή κομμουνιστών υπουργών, όπως ο Γιάννης Ζεύγος. Στην Αριστερά, γενικώς, βασιλεύει μία άκρατη αισιοδοξία. Ο πατέρας μου, που συνήθιζε να με παίρνει μαζί του στα «μεγάλα» γεγονότα, μου πρότεινε να τον ακολουθήσω στην Πλατεία Συντάγματος, όπου θα εκφωνούσε λόγο ο Γ. Παπανδρέου. Εγώ όμως, έπαιζα με τα παιδά της γειτονιάς και αρνήθηκα. Οπότε, όταν ο πατέρας μου γύρισε στο σπίτι, μου είπε «Έχασες. Ο Παπανδρέου, ήταν καταπληκτικός!». Αργότερα, έμαθα ότι επρόκειτο για την περιβόητη ομιλία, από το μπαλκόνι του κτιρίου που είναι σήμερα το Public, όπου είπε το φοβερό: «Πιστεύομεν και εις την Λαοκρατίαν!».

ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ

Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτή ειδικά η «πίστη εις την Λαοκρατίαν», είτε δεν ήταν ειλικρινής είτε ήταν εντελώς καιροσκοπική, γιατί δεν μακροημέρευσε. Είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται έντονες προστριβές στο κυβερνητικό σχήμα και γρήγορα αποδείχτηκε ότι η «συμβίωση» κομμουνιστών και συτηριτικών πολιτικών ήταν αδύνατη. Το κοινό κυβερνητικό σχήμα κλονίστηκε και υπό την πίεση των βρεταννών, φούντωσε μία αντικομμουνιστική καμπάνια.

Το Κόμμα, για να αντιδράζει, αποφάσισε να οργανώσει μία ειρηνική διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος, η οποία πλημμύρισε από κόσμο. Ωστόσο, η αντίπαλη πλευρά, είχε οργανωθεί και με υπόδειξη ή όχι των βρετανών, σε κάθε περίπτωση με την ευθύνη του τότε Διευθυντή της Αστυνομίας Άγγελου Έβερτ (πατέρα του Μιλτιάδη), είχαν τοποθετηθεί ελέυθεροι σκοπευτές στα γύρω κτίρια, με αποτέλεσμα, από τους πυροβολισμούς, να μετρηθούν 11 νεκροί και δεκάδες τραυματίες. (Βλ. αφήγηση Εύας Κοταμανίδου, ως «Ηλέκτρας», στο «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, όπου το κείμενο συντάχθηκε από αφηγήσεις τριών γυναικών που ήσαν παρούσες στην διαδήλωση: Βέτας και Καλισθένης Σμπαρούνη (μετέπειτα Κύρκου) και της ηθοποιού Καίτης Ντιριντάουα. Τις μαρτυρίες τους συνέλεξα ο ίδιος, το 1973, μέσα στη Χούντα και απετέλεσαν το υλικό ώστε να υπάρξει η αφήγηση της Κοταμανίδου στην ταινία του Θοδ. Αγγελόπουλου).

Η κηδεία την επομένη και οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ., στα αστυνομικά τμήματα μαζί με τις χειροβομβίδες, που έπεσαν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του Έβερτ, στη Βασιλίσσης Σοφίας, σήμαναν την έναρξη των «Δεκεμβριανών». (βλ. την εκπομπή «Φάκελοι» του Αλέξη Παπαχελά, ( Mega ) στην οποία κάνει λόγο για χειροβομβίδες, που δήθεν έπεσαν στο σπίτι του Γεωργίου Παπανδρέου. Η αλήθεια είναι ότι στο ίδιο σπίτι, τής οδού Βασιλίσσης Σοφίας, λίγο πριν από την πλατεία Ρηγίλλης, έμενε σε άλλο όροφο και ο Γεώργιος Παπανδρέου, αλλά οι χειροβομβίδες ήταν για τον Έβερτ).

Για να μην βρίσκομαι στο κέντρο των εχθροπραξιών, αμέσως ο πατέρας μου με μετέφερε στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο μεγάλο σπίτι, με το επίσης μεγάλο κτήμα του θείου Αλέξανδρου Βασιλάκη, και της θείας Καλλιρόης, εξαδέλφων του πατέρα μου από το σόϊ της μητέρας του. Εκεί, έζησα τα «Δεκεμβριανά». Η Νέα Φιλαδέλφεια ήταν ελασοτικρατούμενη, με κάποιο στρατόπεδο εκεί γύρω, οπότε, καθημερινό φαινόμενο, τα βρεταννικά σπιντφάϊερ που κατέβαιναν πολυ χαμηλά και έριχναν από μυδράλιο. Πολλές φορές, είχαν για στόχο το χτήμα και κάποιες σφαίρες σφηνώνονταν στον μεσότοιχο της αυλής. Εκείνες τις στιγμές απαγορευόταν αυστηρά να βρίσκομαι έξω από το σπίτι, στο οποίο, θα πρέπει να έμεινα περίπου δυό εβδμάδες, μέχρι που, ένα απόγευμα, ήρθε ένα αυτοκίνητο με δύο ελασίτες και με παρέλαβε.

Προς το τέλος Δεκέμβρη, ήρθε ένα αυτοκίνητο και με πήρε από τη Νέα Φιλαδέλφεια για να με μεταφέρει στη Χασιά, στους πρόποδες της Πάρνηθας, όπου με περίμενε ο πατέρας μου και κάποιοι φίλοι και σύντροφοί του, όπως ο Μέμος Μακρής και ο Ντίνος Τσαλόγλου. Στη Χασιά έμεινα ένα βράδυ. Την επομένη, είδα ότι είχε συγκεντρωθεί αρκετός κόσμος, ακόμα και γυναικόπαιδα. Πέρασε αρκετή ώρα για να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Όλος αυτός ο κόσμος, θα ξεκινούσε μία πορεία, διασχίζοντας την Πάρνηθα για να φτάσει στη Θήβα. Τότε, μπροστά στο σπίτι που μείναμε, άκουσα τον Ντίνο να ζητάει επίμονα από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του. Ο Ντίνος, τον οποίο γνώριζα καλά, είχε στη διάθεσή του ένα ιταλικό αυτοκίνητο και ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του, για να μην ταλαιπωτρηθώ στην επίπονη πορεία στα χιόνια. Ο πατέρας μου, φοβούμενος τα βρεταννικά αεροπλάνα, αρνήθηκε κι έτσι, με όλον τον όγκο των άοπλων ανθρώπων, ξεκινήσαμε τη «μεγάλη πορεία». Δεκέμβριος μήνας. Βουνά και πυκνό χιόνι. Βρισκόμουνα πιά στην ηλικία των 7 χρονών.

Δυό λόγια για τον Ντίνο Τσαλόγλου: υπήρξε εκφωνητής του ΕΙΡ, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941 και παρέμεινε μέχρι το Φθινόπωρο, όταν ιδρύθηκε το ΕΑΜ, οπότε, από ραδιοφώνου, διάβασε την ιδρυτική διακήρυξη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), κι αμέσως μετά, εγκατέλειψε τους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου (απ’όπου εξέπεμπε το ΕΙΡ) για πάντα.. Με την Απελευθέρωση δούλεψε ως δημοσιογράφος, στον «Ριζοσπάστη», εξ ού και η φιλία με τον πατέρα μου, ενώ στα Τρίκαλα, στη διάρκεια της εκεί παραμονής μας (Δεκέμβριος 1944- Φεβρουάριος 1945) είχε στήσει τον ραδιοφωνικό σταθμό του ΕΑΜ, με βασικό εκφωνητή τον ίδιο. Πολλές φορές, αργά το βράδυ, όταν το ημερήσιο πρόγραμμα τελείωνε, καθόμουν δίπλα του και μου επέτρεπε να πω εγώ το: «Το σημερινό μας πρόγραμμα ετελείωσε. Αγαπηγοί συναγωνιστές, καληνύχτα σας».
Στη συνέχεια, ως έγκριτος δημοσιογράφος με ειδίκευση στα οικονομικά, εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες – κυρίως στην «Αυγή», – για να μεταπηδήσει, με τη Μεταπολίτευση, στην «Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου, όπου ήταν ο επικεφαλής του οικονομικού ρεπορτάζ και αρθρογράφος, μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Ήταν παντρεμένος με την Ελευθερία Μαλτσινιώτη, με την οποία γνωρίστηκε στα Τρίκαλα, μετά τα Δεκεμβριανά.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΝΗΘΑ

Επιστροφή στην πορεία στην Πάρνηθα. Στην αρχή το πήρα σαν εκδρομή και έτρεχα σχεδόν, παρά περπατούσα. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να συγκρατήσει τον «ενθουσιασμό» μου, αλλά εγώ προχωρούσα μπροστά και δεν τον άκουγα. Στην κορυφή της πορείας βρισκότανε μία γυναίκα, η Ρόζα Ιμβριώτη, που φαίνεται πως ήταν πεζοπόρος, γιατί έδειχνε να γνωρίζει τα κατατόπια. Πίσω ακολουθούσε ο όγκος των γυναικόπαιδων και των άοπλων ανδρών, μεταξύ των οποίων, αυτή τη στιγμή θυμάμαι μόνο τον Γιάννη Ιμβριώτη, σύζυγο της Ρόζας, και τον Βασίλη Ρώτα, με γενειάδα, έναν χακί σκούφο και στρατιωτικό παντελόνι. Ωστόσο, εμένα την προσοχή μου είχε αποσπάσει ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου, η κόρη του Βασίλη Νεφελούδη, η Νίκη. Όμορφη, με ένα γαλάζιο φουστανάκι, καλοχτενισμένη με κοτσίδες και υπέροχα γαλαζο-πράσινα μάτια. Από πάνω φορούσε, όπως κι εγώ, ένα παλτό τουίντ, μάλλον βρεταννικής προελεύσεως, που είχε αρπάξει ο ΕΛΑΣ, ύστερα από έφοδο στα καταστήματα «Αφοί Λαμπρόπουλοι».

Δεν θυμάμαι για ποιό πράγμα μιλούσαμε με τη Νίκη, ούτε κάποιες ιδιαίτερες λεπτομέρειες από την πορεία. Θυμάμαι μόνο πως κάπου κάπου, σταματούσαμε κάτω από τα έλατα, γιατί υπήρχε η πληροφορία ότι μας αναζητούν τα βρεταννικά αεροπλάνα. Εκεί, πληροφορήθηκα ότι σε κάποια απόσταση, μπροστά από εμάς, εκινείτο λόχος του ΕΛΑΣ, ενώ ένας ακόμα λόχος ακολουθούσε, χωρίς κανέναν από τους δύο να τους πάρουμε χαμπάρι. Η πορεία γινόταν βεβαίως στο χιόνι που έφτανε, σ’εμάς τα παιδιά, μέχρι τον αστράγαλο, οπότε, τα πόδια μας, σιγά σιγά, είχαν γίνει μούσκεμα. Κάποια στιγμή, το απομεσήμερο, σταματήσαμε για να τσιμπήσουμε κάτι κι εγώ βρέθηκα δίπλα στον Μπαρμπα-Βασίλη, όπως αποκαλούσα τον Ρώτα. Θυμάμαι αμυδρά πως μου έδινε συμβουλές για το πως να μην κουράζομαι και να εξοικονομώ δυνάμεις, γιατί ο δρόμος, μου έλεγε, είναι μακρύς.
Δεν ξέρω πόση προσοχή έδωσα στις νουθεσίες του “μπαρμπα-Βασίλη”, το θέμα είναι ότι βγήκε αληθινός. Ο δρόμος ήταν πράγματι μακρύς και αυτό το κατάλαβα λίγο πριν πέσει το σούρουπο, γιατί πληροφορηθήκαμε ότι εμφανίστηκαν και πάλι τα βρεταννικά αεροπλάνα. Δόθηκε εντολή, από τον “μπαρμπα-Βασίλη”, που ήταν πρώην στρατιωτικός, να χωριστούμε σε δυάδες και να βαδίζουμε σε απόσταση 150-200 μέτρων μεταξύ μας. Από εκείνη τη στιγμή, το τρέξιμο τέλειωσε κι ο πατέρας μου με κρατούσε συνεχώς από το χέρι, μέχρι που έπεσε το σκοτάδι. Πώς ακολουθούσαμε τους προπορευόμενους χωρίς ουσιαστικά να βλέπουμε τίποτε, δεν το ξέρω. Ο πατέρας μου, ψηλός όπως ήταν, μπορεί να έβλεπε κάτι στο βάθος του ορίζοντα. Το σκοτάδι ωστόσο είχε πυκνώσει και ερχόταν σε αντίθεση με το λευκό χιόνι, που βλέπαμε σε μικρή απόσταση, μπροστά μας. Στο χιόνι υπήρχαν παγίδες, που ήταν σχεδόν αδύνατο να αποφύγει κανείς. Σε μία από αυτές έπεσα σχεδόν μέχρι τη μέση, παρόλο που το χέρι του πατέρα μου, έσφιγγε το δικό μου. Βγήκα μουσκεμένος και συνεχίσαμε αμέσως την πορεία χωρίς να αλλάξουμε κουβέντα. Δεν ξέρω πόσο ακόμα περπατούσαμε, όταν εξαντλημένοι, ακούσαμε μία φωνή από μπροστά, για κάποιο αχνό φωτάκι στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα. Εντείναμε το βήμα, όσο μπορούσαμε και στο τέλος, είδαμε καθαρά ότι πλησιάζαμε σε κάποιο χωριό.
Στα πρώτα σπίτια μάς περίμεναν και αφού είπαν του πατέρα μου ότι πρέπει να κατευθυνθεί στην εκκλησία, όπου θα διανυκτέρευε όλος ο κόσμος, εμένα με οδήγησαν σε ένα σπίτι, από το οποίο το μόνο που θυμάμαι, είναι ότι ήταν πέτρινο, με ένα μεγάλο δωμάτιο με χωμάτινο πάτωμα και ένα μεγάλο τζάκι όπου έκαιγε δυνατή φωτιά. Εκεί μπροστά στο τζάκι, οι γυναίκες του σπιτιού με έγδυσαν, με τύλιξαν με κάτι σκουτιά και έβαλαν τα ρούχα μου, παλτό, παντελόνι, πουλόβερ, φανελάκι και κάλτσες, σε μιά καρέκλα, κοντά στη φωτιά, να στεγνώσουν. Ύστερα μου έφεραν να φάω και θυμάμαι πολύ καλά πως επειδή πέθαινα της πείνας, το φαγητό ήταν ό,τι καλύτερο μου έτυχε. Πιό καλό και από το καυτό τζάκι, όπου ζέστανα το κόκκαλό μου. Ίσως, εκεί, σε αυτό το σπίτι, έμαθα από την οικογένεια ότι το χωριό λέγοταν Χλεμποτσάρι και πιό πέρα βρίσκεται το χωριό Κλειδί, που θα διασχίζαμε το επόμενο πρωΐ βαδίζοντας προς τη Θήβα.

ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ

Η Μαργαρίτα, πανέμορφη με την ίδια πάντα ιταλική τσόχινη κυλόττα, μας περίμενε στη Θήβα, με την στενή της φίλη Ελευθερία Μαλτσινιώτη, όπως και ο Ντίνος Τσαλόγλου, που δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει στον πατέρα μου, ότι κακώς με πήρε μαζί του, με κίνδυνο να αρρωστήσω βαρειά από το κρύο. Η αλήθεια είναι ότι στο τέλος αρρώστησα, αλλά λίγο αργότερα, στα Τρίκαλα, όπου πήγαμε μετά τη Θήβα. Όλος ο άμαχος πληθυσμός του ΕΑΜ-ΚΚΕ, που παράτησε την Αθήνα, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα και στα Τρίκαλα, που έγιναν η έδρα του ΕΑΜ, στο παλιό ξενοδοχείο, της μικρής πλατείας με τους φανοστάτες, αμέσως μετά το ποτάμι.
Η «εγκατάσταση», δεν ήταν απλή υπόθεση. Δεν ετίθετο θέμα ενοικίασης σπιτιών ή δωματίων. Ο πατέρας μου, ο Μένος Μακρής, ο Αποστόλης Μουσούρης, ο φωτογράφος, ο Αποστόλης ο ελασίτης κι εγώ, εγκατασταθήκαμε σε ένα επιταγμένο δωμάτιο της οικογένειας Λαγού, που την αποτελούσαν το αντρόγυνο και δύο κόρες στην εφηβεία. Το κρύο, Δεκέμβρης μήνας προς το τέλος του, ήταν φοβερό και οι τέσσερις άντρες κι εγώ κοιμόμαστε στρωματσάδα στο πάτωμα, ο ένας δίπλα στον άλλον για να ζεσταθούμε. Ίσως λόγω γειτνίασης ή «προϋπηρεσίας», είχαμε γεμίσει ψείρες, τόσο που το πρωϊνό καλαμπούρι ήταν να προσποιούμαστε, σκουπίζοντας με την παλάμη τις μασχάλες μας, ότι παίζουμε μονά-ζυγά. Στο σπίτι και λίγο στην αυλή, κυκλοφορούσα με πυτζάμες και το παλτό τουΐντ από το «Αφοί Λαμπρόπουλοι».

Οι μεγάλοι έφευγαν μετά το πρωϊνό ξύπνημα κι εγώ, δήθεν λόγω κρύου, επισκεπτόμουνα το μεγάλο δωμάτιο της οικογένειας Λαγού, όπου δέσποζε στο κέντρο μία ξυλόσομπα. Την αγκάλιαζα κυριολεκτικά με τα γόνατά μου, τόσο που κάθε φορά που έκανα να κουνηθώ τα τσουρούφλιζα με τα σημάδια να υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο λόγος των ατέλειωτων επισκέψεών μου, ένα άλλο είδος «επίταξης», στο σαλόνι με τη σόμπα, δεν ήταν μόνο το κρύο, αλλά και το φαγητό. Οι κοπέλες του σπιτιού με πλησίαζαν κάθε τόσο μασουλώντας και από ευγένεια μου έδιναν κι εμένα κάτι να τσιμπήσω. Μερικές φορές καθόμουν μέχρι να μεσημεριάσει, οπότε, στρώνοντας, λίγο πιό πέρα από τη σόμπα, το τραπέζι, με καλούσαν κι εμένα να καθήσω μαζί τους.
Θυμάμαι ακόμα τις υπέροχες σπανακόπιτες. Τα κορίτσια είχαν μαζί μου ιδιαίτερο θάρρος και μου φέρονταν ευγενικά, όμως δεν ξεμύτιζαν από το δωμάτιό τους, πριν φύγουν οι άντρες, γιατί οι γονείς, φοβόντουσαν, ιδίως τον Αποστόλη τον ελασίτη, που ήταν νέο και όμορφο παληκάρι. Όταν είχε λιακάδα, στη αυλή του σπιτιού, έπαιζα με το περίστροφο του Αποστόλη του ελασίτη, ενώ ο Αποστόλης ο φωτογράφος με απαθανάτιζε με τη μηχανή του, να φοράω κάτι σαν πιτζάμες, κάλτσες χοντρές, παπούτσια κι από πάνω το τουΐντ παλτό του «Λαμπρόπουλου».

Το ξενοδοχείο-γραφεία του ΕΑΜ βρισκόταν στη γωνία μιάς μικρής πλατείας, δίπλα στο ποτάμι και απέναντί του, στον κεντρικό δρόμο, ένα παλιό εστιατόριο, που είχε μετατραπεί στη «Λέσχη του ΕΛΑΣ».
Σ’αυτή την πλατειούλα με τους φανοστάτες, με συνάντησε ένα μεσημέρι ο πατέρας μου και μου πρότεινε να πάμε για φαγητό στη Λέσχη, γνωρίζοντας την απέχθειά μου για το «μενού». «Δεν έρχομαι στη Λέσχη για φαγητό…» – του είπα κοφτά, «…το ξέρεις ότι δεν μ’αρέσει». «Ναι, – μου λέει – αλλά αυτή το φορά, σου έχω μία μεγάλη έκπληξη». «Δεν λες αλήθεια. Το λες για να με παρασύρεις» – του απαντώ με πείσμα. «Αλήθεια σου λέω. Αν σου πω ποιά είναι η έκπληξη θα αλλάξεις γνώμη». «Ωραία, πες μου» – εγώ κάπως απότομα. Απλώνει το χέρι του, πιάνει το δικό μου και σχεδόν τραβώντας με στο δρόμο, μου λεέι: «Θα συναντηθώ με τον Άρη Βελουχιώτη»… Έκανα έναν τέτοιο πήδο στον ουρανό που ξέφυγα από το χέρι του πατέρα μου και άρχισα να τρέχω προς τη Λέσχη.

Ο Άρης καθόταν ήδη πίσω από το μαρμάρινο τραπεζάκι κι είχες την αίσθηση ότι καταλαμβάνει τουλάχιστον τρεις καρέκλες, έτσι φαρδύ που ήταν το στήθος του. Σκεπασμένο με την πλούσια γενιάδα, το στρατιωτικό σακάκι μάλλον βρετανικής προελεύσεως, τη φαρδιά δερμάτινη ζώνη με λωρίδα που έτεμνε λοξά το στήθος και στο πλάϊ και λίγο προς τα πίσω, η επίσης δερμάτινη θήκη. Ο πατέρας μου κάθισε απέναντί του, σε πολύ κοντινή απόσταση και άρχισαν να κουβεντιάζουν. Δεν άκουγα τι έλεγαν, γιατί στεκόμουν όρθιος και έκανα βόλτες γύρω από το τραπέζι έχοντας καρφωμένο το βλέμμα μου στον Άρη και κυρίως στην θήκη με το περίστροφο. Είχα, συγχρόνως την αίσθηση ότι άκουγε προσεχτικά τον πατέρα μου και είχε απορροφηθεί από τη συζήτηση. Έτσι, προχώρησα στο τόλμημα, που μου τριβέλιζε από την πρώτη στιγμή το μυαλό και ακούμπησα απαλά το χέρι μου στη δερμάτινη θήκη.
Δεν υπήρξε κανενός είδους αντίδραση και πήρα θάρρος. Με χειρισμούς διαρρήκτη, χρησιμοποιώντας πλέον και τα δύο μου χέρια, ξεκούμπωσα τη θήκη, και έβαλα τα δάχτυλα μου όσο πιό αέρινα μπορούσα, πιάνοντας το περίστροφο από τη λαβή. Το είχα βγάλει σχεδόν έως τη μέση, όταν χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει, άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά μου και μου είπε: «Άστο αυτό, γιατί μέχρι να μεγαλώσεις δεν θα υπάρχουν τέτοια». Κοκκίνησα, γύρισα από την άλλη μεριά για να αποφύγω κυρίως το βλέμμα του πατέρα μου και έκατσα όρθιος και ακίνητος, μέχρι που η συζήτηση έλαβε τέλος. Όλα αυτά συνέβησαν δυό βήματα από τους μοιραίους φανοστάτες της μικρής πλατείας και μόλις μερικούς μήνες πριν το τέλος.

Ένα επίσης μεγάλο τμήμα των προσφύγων εαμιτών και κομμουνιστών από την Αθήνα, είχε εγκατασταθεί στη Λάρισα, όπου έδινε καθημερινές παραστάσεις ο Θίασος των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», με κλασικό ρεπερτόριο (από διάσημους και καθιερωμένους ηθοποιούς), κωμωδίες και δράματα από το θίασο των νέων και επιθεώρηση, από γνωστούς αστέρες του είδους. Κάπου κάπου, οι «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» έδιναν παραστάσεις και στα Τρίκαλα, στο μοναδικό κινηματοθέατρο της πόλης. Με περίσσιο θράσος, έμπαινα στο θέατρο, δηλώνοντας στην είσοδο «γιός του Λαμπρινού», έβλεπα την παράσταση και κατόπιν τρύπωνα στα καμαρίνια, όπου με έπαιρνε στην αγκαλιά της η πριμαντόνα του θιάσου και εξαιρετικά όμορφη γυναίκα, Καίτη Ντιριντάουα. Φορούσε σορτσάκι και όπως με κάθιζε στα πόδια της, απολάμβανα, με έναν πρώϊμο ερωτισμό, την επαφή με τα υπέροχα μπούτια της. Μου έκανε εντύπωση η αδυναμία που μου είχε, χωρίς να μπορώ να την εξηγήσω, παρά μόνο κάμποσο καιρό αργότερα, όταν έμαθα (από τη θεία μου τη Μαργαρίτα) ότι κάτι έτρεχε ανάμεσα στην Καίτη και τον πατέρα μου. Ωστόσο, εκείνο που θυμάμαι επίσης, ήταν κάποια στιγμή που ο Μέμος ανέφερε τη μητέρα μου και ο πατέρας μου αναστενάζοντας είπε: «Αχ το Ευγενάκι»…Ο πόλεμος στην Ευρώπη δεν είχε τελειώσει και κανείς δεν ήξερε αν ζούσε και που βρισκόταν η Ευγενία.

Προς το τέλος του Φλεβάρη, βρισκόμαστε πλέον στο 1945, έφτασε στα Τρίκαλα, το τμήμα της ηγεσίας του ΕΑΜ που έλαβε μέρος στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Αμέσως διαδόθηκε ότι διανύουμε τις τελευταίες μέρες μας στη Θεσσαλική πόλη και ότι σύντομα θα επιστρέψουμε στους Tρικαλινούς νοικοκυραίους τα επιταγμένα δωμάτια.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ

Στο σαλόνι του ξενοδοχείου, είχαν σύσκεψη τα ανώτερα στελέχη, καθισμένοι όλοι, γύρω από το μεγάλο οβάλ τραπέζι. Ήταν εκεί ο Ζεύγος, ο Παρτσαλίδης, ο Σιάντος, ο Ιωαννίδης και άλλοι που δεν θυμάμαι, γιατί τρύπωσα στην αίθουσα και δεν έλεγα να φύγω, κάνοντας αργές βόλτες γύρω από το τραπέζι και κοιτάζοντας έναν έναν τους θρυλικούς «συντρόφους». Κάποια στιγμή, από την πόρτα του βάθους, ξεπρόβαλλε το κεφάλι του πατέρα μου που πρόσταξε: «Φώτο, έλα έξω γρήγορα». Εγώ κοντοστάθηκα, σε ένδειξη ότι δεν σκοπεύω να συμμορφωθώ με την εντολή και τότε ο Ζεύγος, χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι, είπε: «Άστο Γιώργη το παιδί. Δεν μας ενοχλεί». Και έμεινα.
Φυσικά, ούτε λέξη δεν θυμάμαι από όσα ειπώθηκαν, ούτε αν υπήρξε κάποιος έντονος διάλογος. Θυμάμαι ωστόσο, πολύ καλά, την επόμενη μέρα, όταν οργανώθηκε παρέλαση μπροστά στο ξενοδοχείο-γραφεία, με όλο τον πληθυσμό των προσφύγων, των ένοπλων ανταρτών και πρωτοπόρα τα «Αετόπουλα». Στα δύο μπαλκόνια του ξενοδοχείου, που έβλεπαν προς την πλατεία, υπήρχαν μαζεμένα τα στελέχη, μαζί και ο πατέρας μου και στο τρίτο, μόνος ο Παρτσαλίδης, που θα μιλούσε στο πλήθος για τη «Συμφωνία». Δίπλα του, με ένα ποτήρι νερό στο χέρι, εγώ. Ο κόσμος, που είχε συγκεντρωθεί κάτω από το μπαλκόνι, ξεσπούσε συνέχεια σε ζητωκραυγές και ο Μπαρμπα-Μήτσος, προκειμένου να συνεχίσει την ομιλία, άπλωνε τα χέρια του και τους ζητούσε να ησυχάσουν. Όταν οι ζητωκραυγές και ο ενθουσιασμός ξεπερνούσαν τα όρια, στις κατευναστικές κινήσεις του Παρτσαλίδη, προσέθετα κι εγώ τις δικές μου, αφήνοντας το ποτήρι στο μπαλκόνι και βγάζοντας τα χέρια μου από το σιδερένιο προστατευτικό του μπαλκονιού.
Ήμουν μικρός και κοντός. Το κεφάλι μου ίσα που περνούσε τη μεντεμένια σιδεριά και τα χέρια μου, που κουνούσα ακριβώς όπως και ο Γραμματέας του ΕΑΜ, έμοιαζαν να ανήκαν σε ακέφαλο σώμα. Με το ένα και το άλλο, έμεινε άθικτο το νερό στο ποτήρι, χωρίς να πιεί ούτε μιά γουλιά ο ρήτορας.

Μας στρίμωξαν σε δύο λεωφορεία, απο αυτά που έκαναν το δρομολόγιο Τρίκαλα-Αθήνα και αφήνοντας την πόλη, μπήκαμε στο θεσσαλικό κάμπο. Κάθισα σε παράθυρο για να χαζεύω τη θέα και δίπλα μου στριμώχτηκε η θειά μου, η Μαργαρίτα – το Λούλα, ανήκε πιά στο παρελθόν. Όλα τα παράθυρα είχαν κουρτινάκια που ήταν μαζεμένα και δεμένα πάνω από το τζάμι. Δεν είχα παρακολουθήσει την «τελετή» παράδοσης των όπλων, που πιθανόν έγινε στην περιοχή Λάρισας-Τρικάλων και την οποία είδα για πρώτη φορά, πολλά χρόνια αργότερα σε φιλμ, αυτό που χρησιμοποίησα στην ταινία μου για τον «Άρη Βελουχιώτη». (Είχε προϋπάρξει το 1974, η αντριχιαστική ακρίβεια του τελετουργικού τυπικού, στην ταινία «Ο Θίασος» του Θόδωρτου Αγγελόπουλου).
Ήξερα, ωστόσο, ότι ο ΕΛΑΣ, όφειλε να παραδώσει τον οπλισμό του και η τήρηση αυτού του όρου της Συμφωνίας οδήγησε στην επιστροφή μας στην Αθήνα. Όσο κινούμαστε στον κάμπο, το απέραντο ίσωμα δεν προσέφερε και πολλές συγκινήσεις κι εγώ έγειρα λίγο το κεφάλι μου στην ποδιά της Μαργαρίτας, την οποία ωστόσο ένοιωθα ιδιαίτερα ανήσυχη. Το λεωφορείο, τα πήγαινε μιά χαρά στο ίσωμα, αλλά, υπερφορτωμένο όπως ήταν, τα έβγαζε δύσκολα όταν πιάσαμε τις ανηφόρες που οδηγούσαν στη Λαμία. Επόμενο ήταν, κάποια στιγμή να παρουσιάσει την πρώτη βλάβη και ο οδηγός να μας ζητήσει να βγούμε όλοι στο ύπαιθρο. Τότε ανακάλυψα ότι μπροστά μας αλλά και πίσω από εμάς, κινούνται δύο βρεταννικά τεθωρακισμένα, με μεγάλες λαστιχένιες ρόδες.
Είχαν αποσταλεί και μας συνόδευαν, για να μας προστατέψουν από τυχόν επιθέσεις των συμμοριών της δεξιάς, που ήδη οργίαζαν στη Θεσσαλία. Το τανκ που ερχόταν πίσω μας, σταμάτησε σε μικρή απόσταση και δύο βρετανοί στρατιώτες μάς πλησίασαν. Ο Μέμος, που θα πρέπει να ήξερε αγγλικά, εξήγησε περί τίνος επρόκειτο και οι βρετανοί έπεστρεψαν στο τεθωρακισμένο. Εγώ είχα μείνει να τους χαζεύω, όταν με πλησίασε ο πατέρας μου με ένα ποτήρι γάλα. Από μικρό παιδί και μέχρι σήμερα, μου είναι αδύνατο να πιώ αυτό το δήθεν θρεπτικό ρόφημα, που μου χαλάει το στομάχι και μου φέρνει ναυτία. Άρχισα τη μάχη με τον πατέρα μου, στην οποία βρήκα απρόσμενο σύμμαχο τον Μέμο και ενώ συνεχιζόταν ο διαπληκτισμός, ο οδηγός φώναξε να μπούμε στο λεωφορείο.
Στη σύντομη στάση συνέβη όμως και κάτι άλλο, που είχε ως συνέπεια να αποκαλυφθεί η έντονη ανησυχία της Μαργαρίτας. Κάποιος πληροφόρησε τον πατέρα μου, ότι η θειά μου, δεν είχε παραδώσει το αγαπημένο της περίστροφο και ότι κάπου το είχε κρύψει. Άρχισε ένας έντονος καυγάς και ενώ το λεωφορείο βρισκόταν εν πορεία, η Μαργαρίτα αποκάλυψε την «κρυψώνα» – ήταν τυλιγμένο στο πάνινο κουρτινάκι του παραθύρου. Ο πατέρας μου πλησίασε, με σκέπασε ολόκληρο με το σώμα του, έλυσε το κουρτινάκι και πήρε το όπλο. Στάθηκε για λίγο κρεμασμένος πάνω μου και αφού άνοιξε το παράθυρο πέταξε το περίστροφο στα χωράφια, δίπλα στον αμαξωτό δρόμο που συνεχίζαμε να διασχίζουμε αγκομαχώντας. Η θεία μου δαρκυσμένη, αλλά χωρίς λυγμούς, είπε μέσα από τα δόντια της «Δεν θα πάει χαμένο. Κάποιος χωριάτης θα το βρεί και όταν χρειαστεί θα το χρησιμοποιήσει…»
Στην επόμενη βλάβη του λεωφορείου, ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία, μόνο που αυτή τη φορά, κοντά μας σταμάτησε και το βρεταννικό τεθωρακισμένο που προπορεύονταν. Εξελίχθηκε η ίδια ιστορία με το γάλα. Ζήτησα εκ νέου τη βοήθεια του Μέμου, αλλά ο πατέρας μου ήταν ανένδοτος. Τότε μου ήρθε μιά τολμηρή, όσο και δελεαστική ιδέα. Πρότεινα στο Μέμο να διαπραγματευτούμε μαζί, ως «σύμμαχοι» το θέμα, με αντάλλαγμα να ζητήσει από τους Βρετανούς να με πάρουν μαζί τους, σε ένα από τα τεθωρακισμένα.

Η σθεναρή αντίσταση του πατέρα μου, κάμφηκε τελικά και οι βρεταννοί έδειξαν πρόθυμοι να ικανοποιήσουν την επιθυμία μου, μετά χαράς. Οπότε, ήπια το «κώνιο». Αυτό που ακολούθησε είναι δύσκολο να περιγραφεί. Μη γνωρίζοντας ούτε λέξη αγγλικά, προσπαθούσα αρχικά να συννενοηθώ με νοήματα και με ελληνικά που τα έλεγα αργά και δυνατά. Οι Βρετανοί απασχολημένοι με τα δικά τους και φορώντας συνέχεια ακουστικά για να συνεννοούνται με το άλλο τεθωρακισμένο, δεν ενδιαφέρονταν και πολύ να ανοίξουν συζήτηση μαζί μου. Μού έδωσαν όμως ένα πορτοκάλι και μερικές γαλέττες, που καταβρόχθισα λαίμαργα γιατί με είχε κόψει η πέινα. Όλα αυτά, όρθιος σχεδόν, στην άκρη της στρογγυής τρύπας του τανκ, δίπλα στο ασυρματιστή. Κάποια στιγμή, είχα την έμπνευση να του ζητήσω τα ακουστικά και παραδόξως, μου τα έδωσε αμέσως. Τα φόρεσα και άκουγα αυτά που έλεγε ο «συνάδελφος», χωρίς φυσικά να καταλαβαίνω λέξη. Όφειλα όμως κι εγώ να πω κάτι, οπότε, άρχισα να επαναλαμβάνω ρυθμικά «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Κάπα Κάπα Έψιλον!». Ίσως να προσέθεσα και τη «Λαοκρατία», αλλά δεν είμαι σίγουρος. Είχε πέσει η νύχτα και το κρύο, Φλεβάρη μήνα, ήταν τσουχτερό. Κατέβηκα στο εσωτερικό, έχοντας μπροστά μου μόνο τον οδηγό και λούφαξα εκεί, μέχρι που φτάσαμε στα προάστεια της Αθήνας. Σε ποιό σημείο μας άφησαν τα λεωφορεία και πού πήγαμε αμέσως μετά, δεν θυμάμαι. Υποθέτω ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να καταλήξαμε στην Καλλιθέα.
Στο Χαροκόπου, δίπλα ακριβώς στο σπίτι της κυρά Ρήνης, στην Ανακρέοντος 4, σε μία μονοκατοικία-έπαυλη, που είχε χτίσει ο Πάτροκλος Καραντινός, ζούσε η οικογένεια του δικηγόρου και αργότερα πολιτευτή με την ΕΔΑ, Σταύρου Ηλιόπουλου, με τη γυναίκα του, την κυρία Πανωραία, το γένος Μαγκλιβέρα (αδελφή του γνωστού βαθύφωνου) και την κόρη τους Νότα, με την οποία γίναμε στενοί φίλοι, από τότε και σχεδόν μέχρι σήμερα.
Σε αυτό το σπίτι, όπου ήταν μεζεμένη όλη η οικογένεια μαζί με τους οικοδεσπότες, είδα επιτέλους τη μητέρα μου, όταν επέστρεψε από το Μπούχενβαλντ (βλ. βιογραφικό της μητέρας μου).
Μετά από ένα μικρό διάστημα που φιλοξενηθήκαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια, επιστρέψαμε και εγκατάσταθήκαμε, για τα καλά, άγνωστο για ποιό λόγο, στο «μπουντρούμι» της οδού Παλαμηδίου, στον Κολωνό. Εκεί, άρχισαν να έρχονται και οι φίλοι του πατέρα μου λογοτέχνες, όπως Μέλπω Αξιώτη, Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ, Διδώ Σωτηρίου, Γιώργος Βαλέτας, Λέων Κουκούλας, αλλά και ηθοποιοί όπως το ζεύγος Πατρίκιου κ.ά. Ιδιαίτερα, οι τελευταίοι, μου είχαν αδυναμία, πήγαινα συχνά στο σπίτι τους στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ και δεν θα ξεχάσω πως ο Σπύρος Πατρίκιος μου χάρισε ένα ολοκαίνουργιο γυαλιστερό τόπι. Τον Τίτο Πατρίκιο, που ήταν μεγαλύτερος από μένα, δεν τον είχα γνωρίσει ακόμα. Έμαθα ότι ήταν στον ΕΛΑΣ.
Βρισκόμαστε πλέον στο 1945 και η οικογενειακή μας ζωή μοιάζει να έχει μπει σε μία τάξη: η μητέρα μου στο ραφτάδικο, ο πατέρας μου στο «Ριζοσπάστη», στα «Ελεύθερα Γράμματα», στους «Ενωμένους Καλλιτέχνες», στο «Ρίζο της Δευτέρας», και φυρικά, στο Κόμμα. Με όλα αυτά, τον εβλεπα περισσότερο όταν πήγαινα εγώ στη δουλειά του (κάποιες φορές για να του πάω φαγητό), παρά στο σπίτι μας. Όχι, δεν διάβαζα τα κείμενα και τις κριτικές που δημοσίευε, ένιωσα όμως πολύ περήφανος όταν εκδόθηκε σε Τρίτη Έκδοση το «Μορφές του Εικοσιένα» και είδα την τυπωμένη αφιέρωση σε μένα… Θυμάμαι επίσης, τις συζήτήσεις στο σπίτι, της μητέρας μου με τον πατέρα μου, για βιβλία γνωστών μας λογοτεχνών, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, όπως της Μέλπως Αξιώτη για παράδειγμα.

Η πολύωρη παραμονή του στην εφημερίδα («Ριζοσπάστης»), στα «Ελέυθερα Γράμματα» και στο θίασο των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», δεν τον εμποδίζει από τη κύρια δραστηριότητά του, που είναι οι κριτικές βιβλίων και η αρθρογραφία με κείμενα που αναφέρονται σε θέματα της ελληνικής διανόησης, τη ζύμωση των ιδεών, την αντιπαράθεση με τη συντηρητική σκέψη (βλ παρακάτω «Κριτικές, κείμενα, άρθρα του Γ. Λαμπρινού») Ενώ την ίδια εποχή, εκδίδει το δεύτερο βιβλίο του «Η Μοναρχία στην Ελλάδα», (βλ. παρακάτω τη βιβλιογραφία του Γ. Λαμπρινού).

Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ

Ωστόσο, εκεί προς το τέλος του 1945 (Δεκέμβριος), λόγω μιάς απόρρητης κομματικής εντολής που διέρρευσε, το Κόμμα, αποφασίζει να τον διαγράψει, προβάλλοντας, όπως φαίνεται και από το «κατηγορητήριο», άσχετους και «πεπαλαιωμένους» λόγους. Το κείμενο της διαγραφής φέρει την υπογραφή του φίλου και υπέυθυνου για τη διανόηση, από την πλευρά του Πολιτικού Γραφείου, Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Η απάντηση του Γ.Λ. είναι μία «δήλωση μετανοίας» με άσχετα, επίσης παραδείγματα. Στην πράγματικότητα, ο Γ.Λ. ανέλαβε με εντολή του Κόμματος και μέσω Κ. Μπαστιά, να φέρει σε επαφή κάποια κομματικά στελέχη με πολιτευτές του Κέντρου. Η αποστολή, ως μη όφειλε, διέρρευσε και για λόγους απόσεισης των ευθυνών, το Κόμμα αποφάσισε τη διαγραφή του. Στην ουσία και εντελώς αθόρυβα, το Κόμμα, παραδέχτηκε ότι επρόκειτο για διαγραφή σκοπιμότητος, γιατί ο Γ.Λ. διατήρησε τις ιδιότητές του στις εφημερίδες («Ριζοσπάστης» και «Ελεύθερη Ελλάδα» και στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», δημοσιέυοντας τα κείμενά του με το ψευδώνυμο Μιχάλης Λαμπίρης (βλ. «κριτικές και άρθρα του Γ.Λ.»).
Σε κατοπινή απόπειρα επανεγγραφής του Γ.Λ. με προσωπική παρέμβαση του Νίκου Ζαχαριάδη στην κομματική οργάνωση διανοουμένων λογοτεχνών, η απάντηση των μελών της οργάνω-σης ήταν αρνητική, με τον κάθε ένα από τους ψηφίσαντες «κατά», να έχει τους δικούς του λόγους. Υποθέτω, ότι αυτοί οι «λόγοι» ήταν οι κριτικές που είχε γράψει ο Λαμπρινός για τα βιβλία τους στον «Ριζοσπάστη».

Το κείμενο της διαγραφής, υπογεγραμμένο από τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη, όπως δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» της 9ης Δεκεμβρίου 1945, και η «απάντηση» του Γ. Λαμπρινού, όπως δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 16 Δεκεμβρίου 1945, έχουν ως εξής:
«Κ.Κ.Ε. Κ.Ε. ΕΛΕΓΧΟΥ, Απόφαση αρ. 5. «Η Κ.Ε. Ελέγχου συζήτησε πάνω στο ζήτημα του Γ. Μπαστουνόπουλου (Γ.Λαμπρινού).
Ο Γ. Μπαστουνόπουλος δούλευε στα 1935 σαν καθοδηγητής στη Μυτιλήνη. Για τη δουλειά του εκεί, τού είχε γ ίνει πολύ αυστηρή κριτική από το 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ, από τον σ. Ζαχαριάδη. Όμως το Κόμμα του έδωσε τις δυνατότητες να διορθώσει τις αδυναμίες του και στα 1936 δούλευε στην καθοδήγηση της Καλαμάτας. Εκεί πιάστηκε μαζί με άλλους συντρόφους και το Κόμμα, παίρνοντας υπ’όψη μερικές ενδείξεις, τον διέγραψε για ύποπτο.
Στάλθηκε φυλακή και, ύστερα, εξορία στη Σίκινο. Απ’εκεί απολύθηκε με ενέργειες του ξαδέλφου του Κ. Μπαστιά. Το Κόμμα δε δέχτηκε επαφή μαζί του μιά που ήταν διαγραμμένος. Αφού πήγε σε σανατόριο και γύρισε, υπέβαλε, την εποχή της βασιλομεταξικής δικτατορίας, αίτηση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, για να διορισθεί «όπου ηθέλατε εγκρίνει» λέει στην αίτησή του, αν και έπρεπε ακριβώς γιατί είχε τιμωρηθεί από το Κόμμα να ήταν πολύ προσεχτικός στις ενέργιεές του και αν και ήξερε πως κανένας διορισμός δεν γινόταν χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Στα 1941, χρησιμοποι-ήθηκε σαν εξωκομματικός από το Κόμμα και στα 1943 το Κόμμα, δίνοντάς του ακόμα μία ευκαιρία να επανορθώσει τα λάθη του, τον αποκατέστησε.
Δούλευε στη διαφώτιση. Αποδείχνοντας, όμως, μιάν απαράδεκτη έλλειψη κομματικής ευθιξίας, διατηρούσε σχέσεις με τον τεταρτοαυγουστιανό ήρωα Κ. Μπαστιά και εύρισκε άσυλο στο σπίτι του. Ύστερα από την Απελευθέρωση εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις με τον ίδιο Κ. Μπαστιά και να κοιμάται στο σπίτι του. Και όχι μόνο αυτό, παρά το Νοέμβρη 1944 έστειλε τον Κ. Μπαστιά σε έναν γνωστό δοσίλογο για να του αποσπάσει λεφτά για τη διαφώτιση. Ο Μπαστιάς εξετέλεσε την εντολή και είπε στο δοσίλογο πως αν έδινε λεφτά, το ΕΑΜ θα του έσχιζε τη δικογραφία, που είχε ετοιμάσει εναντίον του. Έκανε δηλαδή ένα καθαρό εκβιασμό που εξέθετε το Κόμμα. Και είναι χαρακτηριστικό πως έκανε μιά τέτοια αχαρακτήριστη ενέργεια, χωρίς να ρωτήσει κανένα και χωρίς να πει, ύστερα από την επιτυχία του εκβιασμού, τίποτε σε κανένα.
Η Κ.Ε. Ελέγχου του ΚΚΕ αφού πήρε υπόψη της όλα τα παραπάνω καθώς και τη γενική συμπεριφορά του Γ. Λαμπρινού στους συνεργάτες του, στην υπεύθυνη δουλειά που είχε, συμπεριφορά κακή και αυταρχική, πολλές φορές, που δεν διευκόλυνε τη δουλειά και αφού εξέτασε και τον ίδιο και έχοντας υπόψη πως ένα μέλος του ΚΚΕ και μάλιστα υπεύθυνο, πρέπει να είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στις σχέσεις του, στη συμπεριφορά και στις ενέργειές του, και να εμπνέεται από μιά υπερήφανη αδιαλλαξία απέναντι στους εχθρούς του λαού

Αποφασίζει:
Διαγράφει το Γ. Μπαστουνόπουλο (Γ. Λαμπρινό) από μέλος του Κ.Κ.Ε, για συμπεριφορά και ενέργειες αντικομματικές και για παραβίαση των καταασχτατικών υποχρεώσεων του μέλους του Κ.Κ.Ε, Αθήνα 21 του Νοέμβρη 1945. Η Κεντρική επιτροπή Ελέγχου του Κ.Κ.Ε.»

«Ένα γράμμα του σ. Γ. Λαμπρινού». Εφημ. «Ριζοσπάστης», 16 Δεκεμβρίου 1945.
«Αγαπητέ Ρίζο,
Στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Ελέγχου του Κ.Κ.Ε. για τη διαγραφή μου που δημοσιεύτηκε στο φύλλο σου της περασμένης Κυριακλης 9 Δεκέμβρη, έχω να απαντήσω τα εξής:
1) Είμαι υποχρεωμένος να διακηρύξω ανοιχτά, όπως το δήλωσα ήδη στο γράμμα μου στην Κ.Ε. πριν από τη διαγραφή μου, ότι στην προσπάθειά μου, πέρσι το Νοέμβρη, για την εξεύρεση οικονομικών πόρων, για τις μεγάλες ανάγκες της διαφώτισης, έπεσα στο βαρύτατο σφάλμα, να καταφύγω στα πλούτη ενός δοσίλογου, χρησιμοποιώντας ως μέσο, άλλο δοσίλογο. Η ενέργειά μου αυτή οφειλόμενη απόλυτα στην πρωτοβουλία μου, ήταν κακή και επιπόλαιη, αφού, πρώτο, δεν είχε ηθική βάση και δεύτερο εξέθετε επικίνδυνα το Κόμμα.

2) Τη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου την πολέμησα με όλες μου τις δυνάμεις σαν κομμουνιστής. Φυλακίστηκα, εξορίστηκα, χτίκιασα, όπως χιλιάδες άλλοι αγωνιστές του λαού. Ούτε μπορούσα ποτέ να συμμαχήσω μαζί της. Δέχομαι όμως ότι και η αίτηση σε δημόσια υπηρεσία για να πιάσω δουλειά δεν έπρεπε να γίνει. Ακόμα και σ’αυτό το σημείο θα έπρεπε να κρατήσω ψηλά την επαναστατική μου αδιαλλαξία.

3) Η κομματική μου ευθιξία σε ορισμένες στιγμές δεν στάθηκε ψηλά. Διατήρησα προσωπικές (συγγενικές) σχέσεις με τον τεταρ-τοαυγουστιανό Κ.Μπαστιά, υποχωρώντας σε προσωπικές του υπηρεσίες σε μένα, ενώ η αδιάλλακτη στάση απέναντι σε κάθε εχθρό του λαού, οποιαδήποτε και να μας συνδέει συγγενική σχέση, θάπρεπε να χαρακτηρίζει τις ενέργειές και τη συμπεριφορά μου.
Νομίζω ότι η περίπτωσή μου, ύστερα από την τιμωρία που μου επέβαλλε το Κόμμα, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα φρονηματισμού και κομματικής διαπαιδαγώγησης. Με σ.χ Γ.Λαμπρινός φονηματισμού και κομματικής διαπαιδαγώγησης.

Στο βιβλίο τού εξαδέφλου μου Γιάννη Μπαστιά «Ο Κωστής Μπαστιάς στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Εργογραφία-Βιβλιογραφία» τ. Γ’ (εκδ. Σοκόλη 2012) και στις σελ. 61-62, υπάρχουν συντομευμένα, τα κείμενα της «Κεντριής Επιτροπής Ελέγχου, του Κ.Κ.Ε.» όσο και η επίσης συντομευμένη απάντηση του Γ. Λαμπρινού.
Ωστόσο, ο Γιάννης Μπαστιάς συμπληρώνει: «Όταν στις 7 Ιουνίου 2006, προβλήθηκε στη διαχρονική σειρά «Παρασκήνιο» της ΕΤ-1, το επεισδόδιο «Κωστής Μπαστιάς» (σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, έρευνα Γιάννη Μπαστιά), ο Φώτος Λαμπρινός, ως ένας από τους ομιλητές, έδωσε μιά νέα ερμηνεία της διαγραφής του πατέρα του από το Κόμμα, εξηγώντας τους πραγματικούς λόγους, που δεν ήταν άλλοι από το να καλύψει το Κόμμα την προσπάθειά του να προσεγγίσει πρόσωπα της μετριο-παθούς Δεξιάς, με εντολή στον Γ. Λαμπρινό να επιτευχθεί μιά συμβιβαστική λύση στο πολιτικό αδιέξοδο.
Η εντολή του Λαμπρινού, διέταζε, η προσέγγιση να επιτευχθεί με τη βοήθεια του δεξιού του εξαδέλφου Κωστή Μπαστιά. Όταν όμως, οι σκοποί της προσπάθειας διέρρευσαν, το Κόμμα προσπάθησε να καλυφθεί διαγράφοντας τον Λαμπρινό» (σελ. 62-63).

Η αλήθεια είναι ότι είτε για λόγους σκοπιμότητας είτε όχι, η διαγραφή, έμεινε ένα μελανό και ανεξιχνίαστο σημείο της κομματικης βιογραφίας του Λαμπρινού, που, όπως θα δούμε παρακάτω, τον οδήγησε στο Μπούλκες, όταν άφτασε στο Βελιγράδι, για να μεταβεί στο βουνό, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο, αν έχει και τυπικά αποκατασταθεί, παρόλο που το Κ.Κ.Ε. τον μνημονεύει (τουλάχιστον τη δεκαετία του 1970) στις δημόσιες εκδηλώσεις του, κάνοντας «προσκλητήριο νεκρών».

Με όλη αυτή την πνευματική δραστηριότητα και ανεξαρτήτως της «διαγραφής σκοπιμότητας», ο Λαμπρινός συνιστά μία εξέχουσα προσωπικότητα στα ελληνικά γράμματα, την εποχή αμέσως μετά την Απελευθέρωση, κάτι που αποτιμάται σπανίως σήμερα, από τους ιστορικούς ή θεωρητικούς της Ελληνικής λογοτεχνίας και γενικότερα πνευματικής ζωής. (Βλ. επίσης κείμενο του Βασίλη Μόσχου «Ο πολιτικός λόγος των λογοτεχνών τη δεκαετία 1940-1950» και ειδικότερα στις σελ. 78, 117 και υποσημειώσεις στις σελ. 64,66,117)
Από την άλλη μεριά, τουλάχιστον όπως φαίνεται από τον «Ριζοσπάστη», το ψευδώνυμο «Μιχάλης Λαμπίρης» δεν διατηρήθηκε πάνω από έξι μήνες, οπότε και επανήλθε το «Γ.Λαμπρινός», παραπέμποντας ίσως, σε μία «σιωπηρή» αποκατάσταση, χωρίς συγκεκριμένη κομματική απόφαση. Υπάρχει ωστόσο, η πληροφορία, που μου μετέφερε η μητέρα μου, που λέει ότι ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης, παραβρέθηκε στη συνεδρίαση της κοματικής οργάνωσαης λογοτεχνών του Κόμματος με σκοπό να ζητήσει την επανεγγραφή του Γ. Λαμπρινού στο Κόμμα, «από τη βάση», δηλ., μέσα από την κομματική του οργάνωση, κάτι που διάφοροι λογοτέχνες, μεταξύ αυτών και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, δεν δέχτηκαν, παρόλο που δεν είχαν καμία σχέση με τους λόγους της διαγραφής. Κυριάχησε, ως φαίνεται, η κριτική που είχε ασκήσει ο Λαμπρινός στα κείμενα ή ποιήματά τους…

Στο “Pιζοσπάστη”, (όπου κρατάει τις στήλες κριτικής βιβλίου και θεάτρου) όπως και στα “Eλεύθερα Γράμματα”, δημοσιεύει πάρα πολλά άρθρα με θέματα που αφορούν στη σύγχρονη πνευματική ζωή, στην πολιτική κατάσταση και, κυρίως, στη λογοτεχνική παραγωγή τής αμέσως μετά τον πόλεμο, περιόδου. Aξίζει να αναφερθεί ο έντονος διάλογός του (σειρά άρθρων στα “Eλεύθερα Γράμματα”) με πολλούς συγγραφείς για τη διαμορφούμενη ήδη “λογοτεχνία της αντίστασης”, όπως και η καμπάνια του με τίτλο “H εθνική κρίση του Πανεπιστημίου”.

Το 1947, εκδίδει το «Δημοτικό Τραγούδι» (εκδ. «Νέα Βιβλια), που έμελλε να είναι και το τελευταίο, που εξέδωσε στην Αθήνα. Θα ακολουθήσει το 1949, από το εκδοτικό του Δημοκρατικού Στρατού «Νέα Ελλάδα», η μπροσούρα «Μακρονήσι – το αμερικανικό Νταχάου στην Ελλάδα». (Βλ. παρακάτω «Βιβλιογραφία Γ. Λαμπρινού»).

Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΛΑΜΠΡΟΣ

Το καλοκαίρι του 1946, ενώ η μητέρα μου είχε μείνει έγκυος και ετοιμαζόταν να γεννήσει, με έστειλαν στην κατασκήνωση των «Αρτεργατών», στην Πεντέλη, λόγω κάποιου εργατοπατέρα, συγχωριανού του πατέρα μου, που διηύθυνε το Σωματείο τους. Έτσι, έχασα την εκδρομή του «Ριζοσπάστη» στη Λούτσα, όπου μετέβησαν οι συντάκτες της εφημερίδας, με τις οικογένειές τους, για μπάνιο. Πήγε κι ο πάτέρας μου, ο οποίος όμως δεν αποφάσιζε να μπει στη θάλασσα, οπότε, με την προτροπή των φίλων του σήκωσε τα πατζάκια του και μαζί με τον χρονικογράφο της εφημερίδας, τον Σπήλιο (Κολτσιδόπουλο, θείο της γνωστής δημοσιογράφου Άννυς Κολτσιδοπούλου) μπήκαν στα ρηχά για να φωτογραφηθούν.

Ο Σπήλιος, κρατούσε την καθημερινή στήλη «Σφυριές», και υπέγραφε το καθημερινό του χρονογράφημα, με το ψευδώνυμο «Το καρφί».
Ωστόσο, ως προς το μελλοντικό αδερφάκι μου, υπήρχε μία έντονη διχογνωμία στην οικογένεια. Ο πατέρας μου, όπως και η μητέρα μου, ήθελαν κορίτσι. Ο πατέρας μου, μάλιστα, έλεγε, πως αν γεννηθεί κορίτσι θα το βγάλει «Ζωή», που ήταν το όνομα της μητέρας μου στην παρανομία και ότι θα το έχει να κοιμάται μονίμως σε χρυσά σεντόνια και παπλώματα. Εγώ όμως ήθελα αγόρι.
Προς το τέλος Αυγούστου του 1946 κι ενώ βρισκόμουνα στην κατασκήνωση στην Πεντέλη και έπλενα τα ρούχα μου στη γούρνα, με πλησίασε μία γυναίκα και μου είπε ότι η μητέρα μου γέννησε αγόρι. Πέταξα τα ρούχα κι έφυγα τρέχοντας για το λεωφορείο. Μπήκα τρέχοντας στην κλινική της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, είδα το μωρό στην κούνια, δίπλα στη μητέρα μου κι έμεινα άφωνος! Είχε ένα κανονικό σώμα αλλά ένα τεράστιο κεφάλι. Οπότε, γυρίζοντας στη μητέρα μου της είπα: «Είπαμε να κάνεις αγόρι, ρε μάνα, όχι καρπούζι…». «Γιατί βρε Φώτο μου, όμορφο δεν είναι;» – όλο παράπονο η μητέρα μου. Ο αδελφός μου, όπως όλα τα νεογέννητα αγόρια, δεν είχε μόνο μεγάλο κεφάλι, αλλά και αντίστοιχα γεννητικά οργανα, οπότε ο πατέρας μου, για να διασκεδάσει τη στενοχώρια του που δεν γεννήθηκε κορίτσι, είπε πως θα το έβγαζε «Αρχίδαμο» – το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης!
Τελικά, μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο αδελφός μου ήταν ήδη 4 χρονών, τον βάφτισε ο Στάθης Δρομάζος – η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι ο νονός ήταν στη φυλακή – και τον έβγαλε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα μου που βεβαίως δεν ήταν παρόν, Λάμπρο.
Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννηση του αδελφού μου, οι γονείς μου απαφάσισαν να με ξαναστείλουν στην Πάτρα, αυτή τη φορά στο σπίτι της μεγάλης αδελφής της μητέρας μου, της θείας Σοφίας. Η θεία μου με τον άντρα της τον θείο Γιάννη είχαν τρία παιδιά, το Νιόνιο που ήταν κατά 7 χρόνια μεγαλύτερός μου, τη Στεφανία, λίγο μικρότερη από μένα με την οποία έκανα την πιό στενή παρέα και τη μικρή Νίκη, που έμενε περισσότερο στο επάνω πάτωμα, της οιοκογένειας Μπαφίτη, ιδιοκτητών του σπιτιύ και νονών της Νίκης. Ο θείος Γιάννης που εργαζόταν στην Eastern (τη Βρετανική εταιρεία τηλεπικοινωνιών) ήταν αυστηρός και κάποιες φορές, όταν θεωρούσε ότι ο Νιόνιος, ο μεγάλος του γιός – ήδη στα 17 του χρόνια, έκανε πράγματα που δεν τα ενέκρινε τον χτυπούσε με τη ζωστήρα.
Ο Νιόνιος πήγαινε φυσικά στο Γυμνάσιο και σπούδαζε πιάνο (αργότερα σπούδασε διευθυντής ορχήστρας στη Βιέννη, για να εγκατασταθεί μονίμως στη Γερμανία, όπου εργάστηκε και ζει ακόμα). Παράλληλα, ο Νιόνιος ήταν κολυμβητής στο Ναυτικό Όμιλο Πατρών και είχε ανακυρηχθεί πρωταθλητής Ελλάδος στους Πανελληνίους αγώνες που έγιναν το 1947 στην Αθήνα. Στο σπίτι, στην Πάτρα, κυριαρχούσαν αυστηροί κανόνες με καθορισμένο ωράριο γευμάτων και δείπνων, από τα οποία δεν έλειπε ποτέ το κρασάκι αλλά και η προσευχή πριν πέσουμε όλοι στα μαχαιροπήρουνα. Έτσι, ήθελα δεν ήθελα, έμαθα κι εγώ να κάνω τον σταυρό μου, πριν από κάθε γεύμα, μαζί με όλη την οικογένεια της θείας μου. Υπάρχουν πολλες ιστορίες με καλές και κακές επιπτώσεις σε βάρος μου, όπως και η μοναξιά, που με βασάνιζε ιδίως τα βράδυα, που νοσταλγούσα το σπίτι μου, τους δικούς μου, τους φίλιους και τη γειτονιά μου.

Στις διακοπές του Πάσχα, μάλλον με προτροπή των δικών μου, αποφασίστηκε να μεταβούμε με τον Νιόνιο – οι δυό μας – στην Αθήνα. Εκτός από το γεγονός της έντονης ζαλάδας που ένοιωσε ο Νιόνιος στην Ωτομοτρίς και της αναστάτωσης που προξένησε στο στομάχι του, τόσο που να κρατάω το κεφάλι και να λέω στους συνεπιβάτες «μην τον παρεξηγείται, δεν έχει ξαναταξιδέψει και ζαλίζεται…», εκείνο που έχει μείνει στη μνήμη μου, είναι η στιγμή του οικογενειακού γεύματος, απάντων παρόντων και με τη μπουκάλα το χύμα κρασί στο τραπέζι, όταν εγώ, πριν αρχίσουμε να τρώμε, έκανα το σταυρό μου. Αμέσως έπιασα ένα βλέμμα περιέργειας και αμηχανίας της μητέρας μου προς τον πατέρα μου, χωρίς ωστόσο, να προβούν σε κάποιο σχόλιο. Εγώ όμως, που περίμενα να μιλήσουν και είχα αμολύσει ήδη το ζωνάρι μου για καυγά, αφού τους κοίταξα αυστηρά και τους δύο, είπα «Τι τρέχει; Δεν μπορεί να κάνει κανείς το σταυρό του και να πιστεύει;…». Μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής, άκουσα τη μάνα μου να λέει «Βεβαίως Φώτο μου, μπορεί κανείς να κάνει το σταυρό του και να πιστεύει όπου θέλει. Απλώς, εμείς δεν πιστεύουμε…». Απ’ ότι θυμάμαι, ποτέ πιά δεν ξανασταυροκοπήθηκα.

ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ

Το καλοκαίρι του 1947, το πέρασα την Αθήνα. Ο πατέρας μου, είχε επιφορτισθεί με την έκδοση του «Ρίζου της Δευτέρας» και περνούσε αρκετές ώρες στο τυπογραφείο του Πετσόπουλου, πίσω από το Δημαρχείο, για να επιβλέπει το «κλείσιμο» των σελίδων. Κάτι που έκανα κι εγώ, αρκετά χρόνια αργότερα, (1962-1964) με τον «Δημοκρατικό Τύπο» και τη «Δημοκρατική Αλλαγή». Τα μεσημέρια, ανηφόριζα από την Παλαμηδίου με τα πόδια και του πήγαινα φαγητό, είτε στα γραφεία του «Ριζοσπάστη», γωνία Σταδίου και Εδουάρδου Λω, είτε στο Τυπογραφείο. Καμιά φορά, με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε μαζί στην εφημερίδα, είτε επιστρέφαμε, πάντα με τα πόδια, στο σπίτι.

Έτσι και μία μέρα, όπως όλες τις άλλες, πήρα φαγητό από το σπίτι και ανηφόρισα για την Σταδίου, ξεχνώντας ότι έπρεπε να πάω στο Τυπογραφείο. Από την Εδουάρδου Λω, λίγο μετά τη γωνία με τη Σταδίου, υπήρχε μιά σιδερένια πόρτα και πέτρινη σκάλα που οδηγούσε στο επάνω πάτωμα, στα γραφεία του «Ριζοσπάστη».
Κάποιος στεκόταν μπροστά στην πόρτα, αλλά εγώ δεν έδωσα σημασία και τρύπωσα χωρίς να με δει. Ανέβηκα στον όροφο και από το μεγάλο σαλόνι είδα κάτι πρωτόγνωρο: μία πρωτοφανή ακαταστασία. Χαρτιά στο πάτωμα, χειρόγραφα, ντοσιέ, εφημερίδες και είδη γραφείου. Όλα πεταμένα καταγής.
Στην πρόθεσή μου να μπω στο γραφείο, που θα έβρισκα τον πατέρα μου, είδα κάποιον να με κοιτάζει έκπληκτος και να φωνάζει σε κάποιους άλλους που άρχισαν να εμφανίζονται από τα δωμάτια-γραφεία: «Που βρέθηκε εδώ αυτός ο πιτσιρικάς; Ποιός είσαι ρε;». έμεινα για λίγο άφωνος κι αμέσως, σηκώνοντας ψηλά το πακέτο που κρατούσα, πέταξα: «Είμαι ο γιός του Γιώργη Λαμπρινού και του φέρνω φαγητό». «Ποιό φαγητό και πράσινα άλογα! Ψάξτε το προσεχτικά. Μπορεί να είναι βόμβα!».
Το έψαξαν. Δεν βρήκαν τη βόμβα και αφού με βομβάρδισαν με μερικές ακόμα ερωτήσεις, με άφησαν να φύγω. Είχα καταλάβει βεβαίως ότι έκλεισαν το «Ριζοσπάστη», ενώ θυμήθηκα αμέσως τη μεγάλη γκάφα: ο προορισμός ήταν το Τυπογραφείο, όπου πήγα σχεδόν τρέχοντας.
Ο πατέρας μου, δεν με έδερνε ποτέ, εκτός από ένα χαστούκι, εντελώς δικαιολογημένο, που μου έδωσε κάποτε, γιατί τσακώθηκα με τη μάνα μου και της είπα να γυρίσει στα γερμανικά στρατόπεδα… Μου έβαλε ωστόσο τις φωνές, ενώ εγώ μάθαινα ότι όχι μόνο είχαν κλείσει τον «Ριζοσπάστη», αλλά είχαν θέσει εκτός νόμου και το ΚΚΕ. Με ποιά λογική συνέχιζε την έκδοσή του ο «Ρίζος της Δευτέρας» – ποτέ δεν το κατάλαβα. Άλλωστε, ούτε αυτό κράτησε για καιρό. Λίγες εβδομάδες αργότερα, αν όχι μέρες, έκλεισε κι αυτός…

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Προς το τέλος του 1947 και με τη βοήθεια του τότε διευθυντή του Γαλλικού Iνστιτούτου Aθηνών, Oκτάβ Mερλιέ, καταφέρνει να αποκτήσει διαβατήριο και αναχωρεί για τη Γαλλία, απ΄όπου με τη βοήθεια του συντρόφου και φίλου του Mέμου Mακρή, θα μεταβεί στην Πράγα και μετά στο Bελιγράδι. Tελικός προορισμος τα βουνά της Eλλάδας, όπου είχε φουντώσει ο Eμφύλιος.
Θυμάμαι ακόμα πολύ καλά την ημέρα που μαζί με τη μητέρα μου θα τον συνοδεύαμε στο αεροδρόμιο. Ο αδελφός μου ήταν περίπου ενάμιση χρονών. Τον πήρε αγκαλιά και ανοίγοντας τις πόρτες, τον πήγαινε από το υπνοδωμάτιο μέχρι την κουζίνα, μπρος-πίσω, για αρκετή ώρα. Στο αεροδρόμιο, λίγο πριν αποχωριστούμε τον είδα να χλωμιάζει. Είχε δει κάποιον με καφέ κοστούμι, που έμοιαζε με γνωστό χαφιέ της Ασφάλειας και φοβήθηκε ότι θα τον αναγνωρίσει. Τελικώς δεν ήταν αυτός, που ο πατέρας ενόμιζε, και τον αποχαιρετήσαμε πριν περάσει την πόρτα, προς την πίστα του αεροδρομίου.
Στο Παρίσι, εκτός από τον φίλο και σύντροφο Μέμο Μακρή, ο οποίος, ως υπεύθυνος της «γιάφκας» του Παρισιού, θα τον υποδεχτεί και θα τον φιλοξενήσει, συναντιέται και με την ιστορικό Ελένη Αντωνιάδου (μετέπειτα Μπιμπίκου), η οποία, αρκετά χρόνια αργότερα (1971), θα μου αφηγηθεί τον περίπατο που έκανε με τον πατέρα μου, προκειμένου να του δείξει τα αξιοθέατα του Παρισιού. Την ίδια βόλτα πρόσφερε και σε μένα, όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1967, στο ολιγοήμερο ταξείδι μου, από τη Μόσχα στο Παρίσι, για τη συνάντηση των Αντιστασιακών Επιτροπών της Ευρώπης.
Ωστόσο, η σχετικά πρόσφατη διαγραφή σκοπιμότητας από το Κόμμα (Δεκ.1945), οδηγεί την καθοδήγηση να μην τον αποστείλει στο βουνό, αλλά στο «Μπούλκες», μιά πολιτεία στη Βοϊβοντίνα, στα σύνορα με την Κροατία και δίπλα στον Δούναβη, όπου υπήρχε φυλακή για τα στελέχη που έπεφταν σε δυσμένεια, ενώ στο νησάκι, γίνονταν εκτελέσεις. Εκεί βρισκόταν και το εκδοτικό του «Δημοκρατικού Στρατού», το οποίο αναλαμβάνει ο Λαμπρινός. Αρκετά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα μετά το 1974, όταν ο Σπήλιος Κολτσιδόπουλος είχε επιστρέψει από την πολιτική προσφυγιά (Ρουμανία) στην Ελλάδα και έγραφε στην ΑΥΓΗ, μου αφηγήθηκε την εξής ιστορία: έφτασαν και οι δύο παλιόφιλοι (Λαμπρινός και Σπήλιος) από την Πράγα στο Βελιγράδι και πήγαν να συναντήσουν σε κάπoιο σπίτι τον Πέτρο Ρούσσο (μέλος του Πολιτικιού Γραφείου του ΚΚΕ). Χτύπησαν μαζί την πόρτα του διαμερίσματος και μόλις άκουσαν το «εμπρός», πήγαν να μπουν και οι δύο στο διαμέρισμα, όπoυ τους περίμενε ο Ρούσσος.
Ωστόσο, εκείνος, μόλις τους είδε, τούς είπε να βγουν και να περάσουν ένας-ένας με πρώτο το Σπήλιο και δεύτερο τον πατέρα μου. Το τι ειπώθηκε σε αυτή τη συνάντηση δεν το γνωρίζω. Εκείνο που ξέρω, από την αφήγηση του Σπήλιου, είναι πως ο χρονικογράφος του «Ριζοσπάστη», ο Σπήλιος, πήρε εντολή να μεταβεί στο βουνό, ενώ ο Λαμπρινός στο Μπούλκες.

ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΚΕΣ

Για την παραμονή του στο Μπούλκες υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία, όπως και για το ακριβές διάστημα παραμονής του εκεί. Ωστόσο, το βιβλίο του Αλέκου Κατσούκαλη «Το χρονικό μιάς τραγωδίας. 1945-1949», αναφέρεται διεξοδικά στο «Μπούλκες» και μνημονεύει τον Γ. Λαμπρινό (Γ. Μπαστουνόπουλο), ως διευθυντή της «Εφημερίδας του Μπούλκες», στις σελ. 114 και 115, για να προσθέσει ότι ο Λαμπρινός σκοτώθηκε στη Νότια Ελλάδα, και συμπληρώνει: «στην ουσία εξοντώθηκε» – χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς εννοεί.
Συγκεκριμένα, το απόσπασμα αναφέρει: «Παρά το τρομοκρατικό καθεστώς που επιβλήθηκε στο Μπούλκες, και παρά την αυστηρή λογοκρισία από τον Περικλή (εννοεί τον Γιώργη Χουλιάρα-Περικλή, πρωοπαλήκαρο του Άρη στον ΕΛΑΣ) η οργάνωση και η λειτουργία της σύνταξης της εφημερίδας ήταν πολύ καλή και αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στους διευθυντές της: (τα ονόματα των άλλων διευθυντών και..) στο στοχαστή και γλωσσολόγο Γιώργο Λαμπρινό, που η συμπεριφορά του, η βοήθειά του και ο βαθύς ανθρωπισμός του, ενέπνεαν και εμψύχωναν τους συντάκτες..». Στη σελ. 228, μνημονεύει ανάμεσα στις εκδόσεις και «βιβλίο του Γ. Λαμπρινού». Στις σελίδες 123 και 124, καταλογραφεί τις διαλέξεις, που έδιναν, στο Μπούλκες, διάφοροι διανοούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Λαμπρινός με θέμα: «Γληνός-Δελμούζος–Τριανταφυλλίδης, θεμελιωτές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην Ελλάδα» και «Οι πρώτοι Έλληνες Σοσιαλιστές». Στη σελ. 158 καταγράφει έναν κατάλογο «εκατοντάδων στελεχών του Μπούλκες» που υπήρξαν πρωταγωνιστές στην ίδρυση και ανάπτυξη του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» – ανάμεσά τους και ο Γιώργος Μπαστoυνόπουλος (Λαμπρινός).

Η υποχρεωτική μετάβασή του στο Μπούλκες, με εντολή του Κόμματος, θεωρείται φυσικά, “δυσμενής μετάθεση”, η οποία θα διαρκέσει μερικούς μήνες. Aπό το κομματικό εκδοτικό του Μπούλκες, θα κυκλοφορήσει το 1949, το τελευταίο του πόνημα με τίτλο “Mακρονήσι – το αμερικανικό Nταχάου στην Eλλάδα”, όπου με συλλογή μαρτυριών από φαντάρους, που βρέθηκαν στο Mακρονήσι και μετά προσχώρησαν στον «Δημοκρατικό Στρατό», στη διάρκεια των επιχειρήσεων, καταγγέλλει την εξόντωση των αριστερών στρατιωτών που έγινε στη Mακρόνησο το 1948.
(Βλ. Αλέκου Κατσούκαλη «Το χρονικό μιάς τραγωδίας. 1945-1949», εκδ. «Ιωλκός», 1998. Για τον Περικλη -Γιώργη Χουλιάρα-, πρώην πρωτοπαλήκαρο του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, για τον οποίο μιλάει ο Κατσούλκαλης (σελ. 114), βλ. την ταινία του Φώτου Λαμπρινού «Άρης Βελουχιώτης – το δίλημμα». Για το «Μακρονήσι» βλ. παρακάτω «Τα βιβλία του Γιώργου Λαμπρινού»,).

ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

Πόσο ακριβώς διάστημα παρέμεινε στο Μπούλκες και πότε ακριβώς πήγε στο Γράμμο και στο Βίτσι, παραμένει άγνωστο. Εκείνο που γνωρίζω από αφήγηση (1957 στο Βερολίνο) του Δημήτρη (Τάκη) Χατζή, του γνωστού συγγραφέα και φίλου του πατέρα μου, είναι πως κάποια στιγμή, το 1948, ενώ καθόντουσαν μισοξαπλωμένοι σε μιά πλαγιά κάτω από τα δέντρα και κουβέντιαζαν οι δυό τους (Λαμπρινός με Χατζή), πέρασε σκυφτός και κάπως βιαστικός ο Ζαχαριάδης και είπε: «Γιώργη, έλα στη σκηνή μου. Θέλω να σου πω κάτι».
Όταν ο Λαμπρινός επέστρεψε από τη συνάντησή του με τον Ζαχαριάδη, ανακοίνωσε στον Χατζή ότι φεύγει για την Κεντρική Ελλάδα, ως πολεμικός ανταποκριτής και πολιτικός καθοδηγητής, με το Κλιμάκιο του Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας (ΚΓΑΝΕ), του οποίου επικεφαλής θα ήταν ο Κώστας Καραγιώργης (Γυφτοδήμος), ο οποίος και ζήτησε από τον Ζαχαριάδη να είναι μαζί του ο Λαμπρινός και όχι ο δημοσιο-γράφος Βάσος Γεωργίου.
Στη συνέχεια ο Χατζής, ετοίμασε κάποια στοιχειώδη πράγματα (τρόφιμα, ρούχα και άλλα χρειαζούμενα) και τα έδωσε στον φίλο του, τον Γιώργη Λαμπρινό, τον οποίο συνό-δευσε μέχρι το αυτοκίνητο που θα τον έπαιρνε από το Γράμμο, για να τον μεταφέρει, όσο πιό κοντά μπορούσε, στο χώρο δράσης του «Δημοκρατικού Στρατού», στην Κεντρική Ελλάδα. Την πληροφορία, μού επιβεβαίωσε, λίγο αργότερα, (επίσης το 1957 στο Βερολίνο, αν θυμάμαι καλά) ο ίδιος ο Βάσος Γεωργίου, γελώντας μάλιστα, ευχαριστημένος που τον αντικατέστησε ο Λαμπρινός, και φυσικά, δεν είχε την τύχη του πατέρα μου.

Στη συνέχεια, έχουμε τη μάχη της Καρδίτσας (Δεκέμβριος 1948), στην οποία τραυματίστηκε σοβαρά ο Καραγιώργης και μετα-φέρθηκε στη Γιουγκοσλαβία για θεραπεία, ενώ τη θέση του στο Κλιμάκιο Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας, ανέλαβε ο Κώστας Κολιγιάννης. Στο κλιμάκιο συμμετείχαν επίσης οι Ζήσης Ζωγράφος, η γυναίκα του Ηρώ, κάποια άλλα στελέχη που δεν γνωρίζω, ένας νέος ασυρματιστής, εβραίος από τη Θεσσαλία, εξάδελφος της Αλέγκρας Σκύφτη, που ήταν επίσης εβραία από τη Θεσσαλία.
Στις 20 Ιανουαρίου 1949 ο «Δημοκρατικός Στρατός», κατέλαβε το Καρπενήσι, στο οποίο παρέμεινε περίπου 20 μέρες. Εκεί γνωρίζεται με τον Λαμπρινό η Μαρία Μπέϊκου, αντάρτισα και σύζυγος του φυλακισμένου δημοσιογράφου από το Κλειτσό Ευρυτανίας, Γεωργούλα Μπέϊκου, η οποία κάποια χρόνια αργότερα (1964) στη Μόσχα, μου αφηγήθηκε τη γνωριμία με τον πατέρα μου, πόσο του έμοιαζα και πως στο Καρπενήσι, όπου έκαναν παρέα με μεγάλη συντροφιά, ήταν ένας άνθρωπος διασκεδαστικός που διακρινόταν για το χιούμορ του. Λέει, η Μαρία Μπέϊκου επί λέξει τα εξής: «Θυμάμαι στο Καρπενήσι ήμασταν με τη Βάγια και τη Ναυσικά Φλέγκα (μετέπειτα γυναίκα του Τάσου Παπαδάκη «Λευτεριά»), και κάναμε παρέα με τον Λαμπρινό, που μας έλεγε πολλές αστείες ιστορίες. Είχε εξαιρετικό χιούμορ. Ο Λαμπρινός ήταν ανταποκριτής του ΚΓΑΝΕ (Κλιμάκιο Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας). Ήταν καταπληκτικός δημοσιογράφος,. Στο Καρπενήσι τον γνώρισα. Έβρισκε ωραίες ελιές που τις είχαμε λαχταρήσει και τρώγαμε όλοι μαζί».
(Βλ. βιβλίο Μαρίας Μπέϊκου «Αφού με ρωτάτε να θυμηθώ» Καστανιώτης 2010, σελ. 112).

Από τη στιγμή που οι δυνάμεις του «Δημοκρατικού Στρατού» εγκατέλειψαν το Καρπενήσι, με συνεχή καταδίωξη από τις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, μέχρι τον Ιούλιο του 1949, δεν γνωρίζω τι ακριβώς έγινε. Εκείνο που ξέρω, είναι πως στην ανάβαση στα Τζουμέρκα, πάνω από τα χωριά Άγναντα, Πράμαντα και Μελισουργοί, ο Λαμπρινός έδειξε σημάδια μεγάλης αδυναμίας και το «Κλιμάκιο» αποφάσισε να τον αφήσει σε κάποια «λούφα» (έτσι ονομάζονταν οι κρυψώνες, που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες) μέχρι να βρουν κάποιον τρόπο να τον μεταφέρουν προς το βορρά, προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα, εκεί όπου πήγαιναν και τα εναπομείναντα στελέχη του Κλιμακίου. Στην πραγματικότητα, τον εγκατέλειψαν με την υπόσχεση να στείλουν ειδικό τμήμα να τον παραλάβει – κάτι που δεν έγινε ποτέ.

Οι πληροφορίες αυτές μου δόθηκαν για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1964, όταν καλεσμένος, ως δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή», στο Φεστιβάλ Βουλγαρικού Κινηματογράφου στη Βάρνα, βρέθηκα στη Σόφια και κατέλυσα στο ξενοδοχείο «Ρίλα», που ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: Ένα για τους κοινούς ενοίκους και ένα για τα στελέχη των «αδελφών κομμάτων». Έτσι, ένα πρωϊνό, έλαβα μία πρόσκληση να επισκεφτώ την άλλη πτέρυγα, προκειμένου να συναντηθώ με τους Κολιγιάννη, Ζωγράφο, Στρίγγο και κάποιους άλλους, από την ηγησεία του ΚΚΕ, που δεν θυμάμαι. Στη συνάντηση αυτή, ο ίδιος ο Κολιγιάννης, μου εξιστόρησε τι ακριβώς έγινε με τον πατέρα μου, την εξάντλησή του και την «αναγκαστική», όπως είπε, απόφαση του Κλιμακίου, να τον αφήσει στη «λούφα». Την εκδοχή να στείλουν μιά ομάδα ανταρτών για να τον μεταφέρουν, έστω και σε φορείο προς τα βόρεια, ούτε που την ανέφερε.

Την ίδια ιστορία μου αφηγήθηκε μερικά χρόνια αργότερα και ο Ζήσης Ζωγράφος (1965 στη Μόσχα) αλλά και η γυναίκα του η Ηρώ στην Αθήνα μετά το 1974. Η Ηρώ ωστόσο, πρόσθεσε μία σημαντική λεπτομέρεια που οι Κολιγιάννης-Ζωγράφος δεν ανέφεραν: μόλις το κλιμάκιο συνέχισε την πορεία του, έχοντας αφήσει τον Λαμπρινό στη “λούφα”, ο νεαρός ασυρματιστής (δεν γνωρίζω το όνομά του) με πρόσχημα ότι κάτι σοβαρό έχει ξεχάσει, επέστρεψε στη “λούφα”, για να συμπαρασταθεί στον πατέρα μου, μένοντας μαζί του, για να έχει το ίδιο τέλος, μερικές μέρες αργότερα.
Τι συνέβη από τη στιγμή της εγκατάλειψης του Λαμπρινού, κάπου στα Τζουμέρκα, μέχρι το θάνατό του, το έμαθα, χρόνια αργότερα, όταν το 1979, ο εκδότης Αποστόλης Χαρίσης των εκδόσεων “Μπάϋρον”, που είχε εκδόσει, χωρίς άδεια, μέσα στη Χούντα, τις “Μορφές του 21”, μου τηλεφώνησε για να μου πει πως, με αναζη-τά κάποιος πρώην αξιωματικός του στρατού, για να μου μιλήσει για τον πατέρα μου. Συνάντησα αυτόν τον πρώην αξιωματικό στο σπίτι του στην Πλάκα (οδός Τρικόρφων) – δεν θυμάμαι το όνομά του. Με δέχτηκε με ευγένεια και με ρώτησε αν γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη με τον πατέρα μου, από τη στιγμή που συνελήφθη και μετά.
Του είπα πως δεν γνώριζα και τότε μου αφηγήθηκε πως ο ίδιος, όντας αξιωματικός εξ εφέδρων, ήταν επικεφαλής κλιμακίου εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και συνέλαβε, σε ένα δάσος τον πατέρα μου, μαζί με το νεαρό ασυρματιστή. Τον μετέφερε στο στρατόπεδο που βρισκόταν ανάμεσα στα χωριά Άγναντα και Πράμαντα. Μου είπε ότι όλο το βράδυ κουβέντιαζαν και πως ο πατέρας μου διέθετε και ένα μικρό βαλιτσάκι με τα πράγματά του, το οποίο, όμως, δεν γνωρίζει τι απέγινε. Θυμόταν επίσης, ότι στην κουβέντα, ο Λαμπρινός του μιλούσε για τα παιδιά του.
Ο έφεδρος αξιωματικός μου έδωσε όμως και μία εξαιρετικά σημαντική πληροφορία: πως με τη σύλληψή του πατέρα μου, είχε έρθει σήμα από το Γενικό Επιτελείο, να μην τον πειράξουν – κάτι που δεν σεβάστηκε ο επικεφαλής του στρατοπέδου. Έτσι, μετά από δυό μερόνυχτα, το χάραμα, συγκέντρωσαν όλους μαζί τούς μέχρι στιγμής αιχμαλώτους – συνολικά 9 άτομα μεταξύ των οποίων και 2 γυναίκες – και με το πρόσχημα ότι αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν, τους παρέδωσαν στον εκτελεστή του στρατο-πέδου, με το παρατσούκλι “ο χάρος”, ο οποίος τους οδήγησε στον “συνήθη τόπο”, όπου εκτελέστηκαν.

Tάφηκαν όλοι σε ομαδικό τάφο, ανάμεσα στα Άγναντα και στα Πράμαντα, στα Tζουμέρκα. H ακριβής τοποθεσία δεν αναζη-τήθηκε και φυσικά, δεν βρέθηκε ποτέ.
Ο έφεδρος αξιωματικός μου είπε, ως επιβεβαίωση, ότι γνωρίζει τον τότε γιατρό του στρατοπέδου, τον οποίο επισκεφτήκαμε μαζί. Ο γιατρός θυμόταν πολύ καλά την ιστορία, αλλά φοβούμενος να μιλήσει – βρισκόμαστε ακόμα με τη Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση και αρχηγός της ΚΥΠ, διορισμένος από τον Κ. Καραμανλή, ήταν ο παλαιός επικεφαλής του στρατοπέδου, όπου εκτελέστηκε ο πατέρας μου– δεν είπε κάτι, που να ενισχύει την άποψη, ότι επρόκειτο περί εγκλήματος.
Κατόπιν, μία άλλη μέρα, πάλι με τον έφεδρο αξιωματικό, πήγαμε στον Ασπρόπυργο, όπου συναντήσαμε έναν πρώην φαντάρο του ίδιου τάγματος, που ελάμβανε μέρος στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις υπό τις διαταγές του έφεδρου αξιωματικού. Μου περιέγραψε τη στιγμή της σύλληψης και πρόσθεσε ότι ο εκτελεστής του στρατοπέδου, ο επιλεγόμενος “χάρος” ζει και ότι ο ίδιος γνωρίζει πού μπορεί να τον αναζητήσει κανείς και να τον βρει. Αρνήθηκα να το επιχειρήσω.

Τα βιβλία του Γιώργη Λαμπρινού

«Μορφές του 21»

No comments so far.