Warning: DOMDocument::loadXML(): Start tag expected, '<' not found in Entity, line: 1 in /home/fotoslamprinos/public_html/wp-content/plugins/premium-seo-pack/modules/title_meta_format/init.social.php on line 481

1911 / 5 Μάιος

Ευγενία Τσάλα (1911- 2006)


Η μητέρα μου, Ευγενία Τσάλα, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1911. Ο πατέρας της Ιωάννης (Ευβοιώτης, αρβανίτικης καταγωγής), ασκούσε το επάγγελμα του εμπειρικού δοκιμαστή κρασιών και εργαζόταν σε διάφορες πόλεις. Η μητέρα της Μαρία, το γένος Αντωνίου, καταγόταν από το Μαντούδι Ευβοίας και αρχικά, μετά το γάμο της, εργάστηκε σε εργοστάσιο υποκαμίσων.

Η Πάτρα, ήταν διάσημη εκείνη την εποχή για τα κρασιά της, οπότε η οικογένεια μετακόμισε στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, όπου και εγκαταστάθηκε στην οδό Κορίνθου, περιοχή Μαράτου.

Ο παππούς Γιάννης ήταν ένας όμορφος άντρας, πάντοτε κομψός, με μουστακάκι που το φρόντιζε χρησιμοποιώντας τη γνωστή «μαντέκα» και φορώντας πάντα κοστούμι με γιλέκο, τόσο που οι γείτονες (πολλοί ιταλικής καταγωγής) τον αποκαλούσαν «παστέρ» και αντιστοίχως τη γιαγιά Μαρία, «παστερίνα».
Η Ευγενία, τελείωσε στην Πάτρα το Δημοτικό και μάλλον δεν συνέχισε στο Σχολαρχείο, γιατί από την ηλικία των 12 ετών μπήκε σε ραφτάδικο αντρικών ρούχων να μάθει την «τέχνη» κι έγινε αυτό που τότε αποκαλούσαν «φραγκοραφτού», έραβε δηλαδή, αντρικά ρούχα.

Scan12  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan12

Στην οικογένεια, άρχισαν να εμφανίζονται παιδιά:

6 κορίτσια και ένα (στη μέση) αγόρι, ο Νίκος, που πέθανε στα 17 του, από μία σπάνια ασθένεια (την κουκίαση).

Έτσι έμειναν να μεγαλώνουν στη φτωχική οικογένεια οι Σοφία, Ευγενία, Γίτσα, Ελένη, Λούλα (μετέπειτα Μαργαρίτα) και Σάσα.

Scan11  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan11

Η μεγάλη, η Σοφία, διανοουμένη και αναμεμιγμένη σε κύκλους λογίων και δημοσιογράφων της Πάτρας,

ήταν και αυτή που εισήγαγε το «μικρόβιο του κομμουνισμού» στην οικογένεια (και αργότερα, η πρώτη που το απέβαλλε).

Οι επόμενες αδελφές ωστόσο, όπως η Ευγενία και η Γίτσα, ασπάστηκαν τόσο ένθερμα το κομμουνιστικό κίνημα, ώστε εντάχθηκαν σε αυτό

και παρέμειναν σε όλη τους τη ζωή κομμουνίστριες, πληρώνοντας, ενίοτε, πολύ ακριβό τίμημα.

Scan2  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan2

Aπό αριστερά προς τα δεξιά:

Σοφία Χαλικιοπούλου, Ελένη Ρηγάτου, Σάσα Πατατζή – η τελευταία και η μόνη που ζει, Γίτσα Μαρουλάκου, Μαργαρίτα Φωτοπούλου και

Ευγενία Λαμπρινού. ( Όλες μαζί στη βεράντα του σπιτιού της Μαργαρίτας στο Μαρούσι ).

Ένθερμη οπαδός του αριστερού κινήματος αποδείχτηκε και η μικρή Δήμητρα-Λούλα (μετέπειτα Μαργαρίτα), η οποία σε ηλικία 12 ετών συμμετείχε σε διαδήλωση και υπήρξε τόσο ζωηρή ώστε συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο τμήμα. Ο Διοικητής, που γνώριζε τη μεγάλη αδελφή Σοφία, κάλεσε τη γιαγιά στο γραφείο του και προσπάθησε μπροστά της, να νουθετήσει τη μικρή. Εκείνη, ωστόσο, έδειξε τέτοιο θάρρος και μάλλον αναίδεια, που έβγαλε τον Διοικητή κυριολεκτικά από τα ρούχα του, τόσο που να της αστράψει ένα γερό χαστούκι. Η μητέρα της έμεινε βουβή και το επεισόδιο έληξε.

Λίγο πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, όταν η Ευγενία ήταν πλέον ολόκληρη κοπέλα, όμορφη και πάντα οργανωμένη στο ΚΚΕ

Scan8  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan8

βρέθηκε στην Πάτρα, ως καθοδηγητής, ο Γιώργης (Μπαστουνόπουλος) Λαμπρινός, τον οποίο για κάποια βράδια, η οικογένεια Τσάλα, φιλοξενούσε στο σπίτι της.

Στην ολιγομελή οργάνωση, η μόνη γυναίκα ήταν η Ευγενία και όλοι οι αρσενικοί την καλόβλεπαν και όπως, εντελώς παραστατικά,

μου αφηγήθηκε η γιαγιά Μαρία, «φαντάσου μία παρέα γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση μία πιατέλα με τον τελευταίο μεζέ, που όλοι τον ορέγονται, αλλά κανείς δεν

τολμάει να το αγγίξει, οπότε, θρασύτατα απλώνει το χέρι ο πατέρας σου, σα να λέει: «Εγώ θα τον φάω αυτόν το μεζέ» – και… τον έφαγε!῾.

Η μητέρα μου Ευγενία δεν μου επιβεβαίωσε ούτε αρνήθηκε το περιστατικό. Μου είπε όμως ότι πράγματι, τότε πλέχτηκε το ειδύλλιο και ότι πήγαιναν με τον πατέρα μου ραντεβουδάκι στα γειτονικά λοφάκια με κοκκινόχωμα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να είναι γεμάτη η περιοχή με κανατάδικα. Εκεί, σε αυτά τα λοφάκια, της ζήτησε να παντρευτούν και η μάνα μου δέχτηκε.

Scan3  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan3

Έφυγαν μαζί για την Αθήνα, όπου παντρεύτηκαν. Ακολούθησε η δικτατορία Μεταξά, ο πατέρας μου πέρασε στην παρανομία και όταν η μητέρα μου έμεινε έγκυος σε μένα, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία στη Σίκινο.

Έτσι, η μητέρα μου, κατέβηκε να γεννήσει στην Καλάμάτα, κοντά στην πεθερά της, τη γιαγιά Χριστόφιλη, ενώ πήγε από την Πάτρα και η μητέρα της, η γιαγιά Μαρία.

Η γέννα ήταν εξαιρετικά επίπονη και όταν – έπειτα από αρκετές ώρες – ο γιατρός βγήκε από το χειρουργείο, είπε στη γιαγιά Μαρία που περίμενε υπομονετικά στο διάδρομο: «κάθε μάνα γλύτωσε το παιδί της».

Ήταν η 3η προς 4η Ιανουαρίου 1937.

 

Scan1  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan1

 

Την άλλη μέρα, η άλλη γιαγιά, ενθουσιασμένη που γεννήθηκε αγόρι, πήγε στη μαμά μου δίπλες «για να διπλιάσει τ᾽αγόρια», όπως είπε χαρακτηριστικά,

και μερικά χρόνια αργότερα, όταν ξαναβρέθηκε με τον πατέρα μου, η μητέρα μου, πράγματι τα δίπλιασε – γέννησε τον αδελφό μου, τον Λάμπρο.

ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗ ΣΙΚΙΝΟ

Τα βαφτίσια μου φυσικά δεν τα θυμάμαι, αλλά από τις αφηγήσεις της μητέρας μου, έχω μονίμως την αίσθηση ότι τα έζησα.

Γεγονός είναι πάντως, ότι όταν ο πατέρας μου βρισκόταν στην εξορία, η μητέρα μου κατάφερε και πήρε μιάν άδεια από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, του

περιβόητου Μανιαδάκη και τον ειδοποίησε ότι θα τον επισκεφτεί μαζί με το μωρό.

Scan14  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan14

Στη Σίκινο, όταν αποβιβάστηκε η μητέρα μου με μένα στην αγκαλιά, βρίσκονταν από το 1937, δεκαπέντε κομμουνιστές εξόριστοι που ζούσαν σε κάπως απομακρυσμένα σπίτια από το χωριό, τα οποία είχαν νοικιάσει από τους ντόπιους. Απομακρυσμένα, γιατί έτσι το επέβαλλε η τοπική αρχή, δηλαδή οι χωροφύλακες, με τη δικαιολογία ότι αυτοί οι κομμουνιστές, δεν πιστεύουν στο Θεό, δεν σέβονται την οικογένεια και γενικώς οι γυναίκες τους, είναι μέρος της γενικότερης «κοινοκτημοσύνης»… Στα σπιτάκια με ένα δωμάτιο το καθένα, στριμώχνονταν, λόγω ενοικίου, τέσσερις και πέντε εξόριστοι, αλλά μόλις φτάσαμε με τη μάνα μου, είχαν μετακομίσει, προσωρινά, οι συγκάτοικοι, φροντίζοντας να μείνουμε με τον πατέρα μου μόνοι μας.

Έτσι, εγκατασταθήκαμε σε ένα σπίτι με ένα μεγάλο δωμάτιο με χωμάτινο πάτωμα. Το πρώτο πράγμα που ρώτησαν τον πατέρα μου οι σύντροφοί του ήταν «Πως το λένε το παιδί Γιώργη;», «Αμ δεν το λένε» – απάντησε ο πατέρας μου. «Αβάφτιστο είναι; Να μιά καλή ευκαιρία να το βαφτίσουμε εδώ». Η μητέρα μου με ένα νεύμα έδωσε στον πατέρα μου να καταλάβει ότι δεν έχει καμία αντίρρηση και ο πατέρας μου, συμφώνησε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κάποιος από τους εξορίστους πήγε και βρήκε τον παππά του χωριού, ο οποίος, αφού παραξενεύτηκε κάπως, όρισε την επόμενη Κυριακή για το μυστήριο. Το νέο μαθεύτηκε αστραπιαία σε όλο το χωριό. Έτσι, σύμφωνα με το έθιμο, το Σάββατο το απόγευμα άρχισαν να καταφθάνουν στο σπίτι μας άντρες και κυρίως γυναίκες για τα συγχαρήκια και τις ευχές.

Οι τοπικές φορεσιές που φορούσαν οι γυναίκες, διακρίνονταν για τη μεγάλη και φαρδιά τους φούστα. Έρχονταν λοιπόν στο σπίτι, άρχιζαν τις ευχές και τα καλά λόγια, κάθονταν λυγίζοντας τα γόνατά τους μέχρι κάτω στο χωμάτινο πάτωμα, κι ύστερα από λίγο, όταν έφευγαν, η μητέρα μου έβλεπε ότι «από κάτω τους» είχαν αφήσει ένα δεματάκι. Καλούδια, ρουχαλάκια, παιχνίδια. Ήταν το δώρο που δεν ήθελαν να φαίνεται, από ντροπή, αλλά και από φόβο για τους χωροφύλακες. Η μητέρα μου έλεγε ότι οι γυναίκες ήρθαν στο σπίτι για να γεννήσουν δώρα!

Στην εκκλησία, ο παππάς ρώτησε ποιός θα είναι ο νονός και αμέσως προέκυψε μέγα θέμα, που έλυσε με εντελώς πρωτότυπο τρόπο ο κομματικός υπεύθυνος: όλοι, και οι δεκαπέντε. Αυτός ο κομματικός υπεύθυνος, ο Κυριάκος Τσακίρης, ήταν και ο μόνος από τους δεκαπέντε νονούς μου,- που πολλά χρόνια αργότερα – όταν βγήκε από την πολύχρονη φυλάκισή του μετά τον Εμφύλιο,τον γνώρισα και μου είπε ότι χάρη στα βαφτίσια μου άλλαξε εντελώς το κλίμα στο νησί, ότι οι κάτοικοι βλέποντας ότι οι άθεοι έκαναν κανονικότατα βαφτίσια στην εκκλησία, όπου είπαν και το «πιστεύω» και το «απεταξάμην», άλλαξαν στάση, άρχισαν να τους συναναστρέφονται, αδιαφορώντας για τις απειλές των χωροφυλάκων και το καλύτερο: όταν μπήκαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, ξεγελώντας τις τοπικές αρχές, τους παραχώρησαν πλεούμενα και τους βοήθησαν να δραπετεύσουν.

Ο πατέρας μου δεν ήταν πιά αναμεσά τους, γιατί απολύθηκε νωρίτερα.

ΣΤΟ ΒΕΣΤΙΑΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Προπολεμικά, ωστόσο, όταν ο πατέρας μου βρισκόταν στην εξορία, η μητέρα μου είχε διορισθεί στο Εθνικό Θέατρο, ως υπεύθυνη του ανδρικού βεστιαρίου. Ο διορισμός, οφείλετο στον θείο Κωστή Μπαστιά, πρώτο εξάδελφο του πατέρα μου.
Το «Εθνικό» επιχείρησε δύο μεγάλες περιοδείες στην Αίγυπτο και στο Βερολίνο, στο οποίο έμελλε να αρχίσει η ιδιόμορφη σχέση της Ευγενίας με τη Γερμανία. Από την γερμανική ρωτεύουσα μου εφερε μερικά παιχνίδια, με τα οποία, θυμάμαι αμυδρά, έπαιζα, πολύ μικρός, στο μεγάλο κρεβάτι.

Με την κήρυξη του πολέμου, ήμουν ήδη τριών χρονών, κατοικούσαμε στην οδό Ασημάκη Φωτήλα, στα Εξάρχεια, θυμάμαι τα βράδια τις σειρήνες και το τρεχαλητό στο υπόγειο μιάς κοντινής πολυκατοικίας-φάντασμα, γιατί βρισκόταν ακόμα στα μπετά. Θυμάμαι επίσης, ότι για κάποιο διάστημα είχε έρθει και η γιαγιά Χριστόφιλλη από το χωριό Σίτσοβα (η σημερινή Αλαγονία, στη δυτική πλαγιά του Ταυγέτου), στο οποίο με έστειλαν τότε, για πρώτη φορά, οι γονείς μου. Εκεί, θυμάμαι ένα αγόρι που τρέχοντας φώναζε στην πλατεία του χωριού, πως στην Τσερνίτσα, το διπλανό χωριό (σημερινή Αρτεμησία), μπήκαν Ιταλοί.

Όταν επέστρεψα στην Αθήνα, οι γονείς μου είχαν μετακομίσει στον Κολωνό (Παλαμηδίου 10), όπου μείναμε μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, οπότε και με ξανάστειλαν στο χωριό. Σε όλο αυτό το διάστημα, η μητέρα μου εργαζόταν στο «Βασιλικό» και ο πατέρας μου, μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, στο Κόμμα και συγκεκριμένα, στην οργάνωση καλλιτεχνών διανοουμένων, που αρχικά είχε, ως επικεφαλής, την Ηλέκτρα Αποστόλου. Όταν η Ηλέκτρα συνελήφθη και βρήκε τραγικό θάνατο στα μπουντρούμια της γερμανικής κομαντατούρ (Πλατεία Κυριακού), την οργάνωση από την πλευρά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ανέλαβε ο πατέρας μου, εκδίδοντας και το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι». (βλ. βιογραφικό Γ. Λαμπρινού)

Η ΚΑΤΟΧΗ

Από το χωριό θα πρέπει να επέστρεψα προς το τέλος του 1942, στο σπίτι μας, στην οδό Παλαμηδίου, όπου έμεινα για αρκετά μεγάλο διάστημα της Κατοχής. Η μητέρα μου, εργαζόμενη στο «Εθνικό», ήταν παράλληλα οργανωμένη στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ συμμετέχοντας στο καθοδηγητικό επιτελείο της οργάνωσης Ηθοποιών και Τεχνικών θεάτρου, στην οποία συμμετείχαν (από όσους μπορώ σήμερα να θυμηθώ) οι Σπύρος και η Λέλα Πατρικίου (γονείς του Τίτου), Γιώργος Γιολάσης, Λάκης Σκέλλας, Σπύρος Μουσούρης κ.ά.

Το 1943, οργανώθηκε από το ΕΑΜ, μεγάλη διαδήλωση, στο κέντρο της Αθήνας, με γυναίκες και μικρά παιδιά, κατά της πείνας και της παιδικής θνησιμότητας. Η μητέρα μου με πήρε μαζί της. Η διαδήλωση ξεκίνησε από την Ομόνοια προς την οδό Σταδίου, αλλά λόγω της επέμβασης των έφιππων Ιταλών καραμπινιέρων, αναγκάστηκε να κινηθεί προς την οδό Αθηνάς. Οι έφιπποι ιταλοί έπεσαν με βιαιότητα στον κύριο όγκο των γυναικόπαιδων, με αποτέλεσμα η διαδήλωση να διασπαστεί και να το βάλουμε στα πόδια. Τρέχαμε προς το Μοναστηράκι, με τη μητέρα μου, να έχε φορέσει ένα τσεμπέρι στο κεφάλι της για να φαίνεται μεγαλύτερη, όταν στο δεξί πεζοδρόμιο της οδού Αθηνάς, είδε ανοιχτό ένα μαγαζί που πουλούσε φουφούδες. Με τράβηξε μέσα και εξήγησε στον καταστηματάρχη την ανάγκη να παραμείνουμε ως «πελάτες», για κάποιο διάστημα στο κατάστημα. Σε λίγο και άλλες γυναίκες στριμώχνονταν μαζί μας, στο βάθος του μαγαζιού. Μείναμε εκεί, μέχρι που η διαδήλωση διαλύθηκε και οι Ιταλοί επέστρεψαν στη βάση τους.

Στη συναναστροφή με τους γονείς μου και ιδιαίτερα με τη μητέρα μου (ο πατέρας μου έλειπε συνεχώς από το σπίτι, αν και κοιμόταν τα βράδια μαζί μας), θυμάμαι μερικές κουβέντες που μου είπε και έχουν από τότε αποτυπωθεί στη μνήμη μου. Κάποτε τη ρώτησα κάτι για το οποίο, όπως η ίδια έκρινε, θα μπορούσα να δώσω μόνος μου την απάντηση και γι αυτό μου είπε: «Έχεις και κρίση και ηλικία και μπορείς να απαντήσεις μόνος σου σε αυτή την ερώτηση». Μιάν άλλη φορά, περνώντας απο κάποιο μαγαζί, τής ζήτησα να μου αγοράσει κάτι, με το επιχείρημα ότι είναι φθηνό και μου απάντησε πως «δεν είμαστε πλούσιοι Φώτο μου, για να αγοράζουμε φτηνά πράγματα».

Από την Πάτρα, ήρθε κάποια στιγμή, η μικρότερη αδελφή της μητέρας μου, η Σάσα, η οποία, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ίσως προς το τέλος του 1943, με πήρε μαζί της στην Πάτρα, όπου έμεινα μερικούς μήνες, είτε στο σπίτι της θείας της Ελένης, (Αετοράχης 11, στου Μαρά-του), φρεσκοπαντρεμένης με το θείο Θανάση, τσαγγάρη, Κεφαλωνίτικης καταγωγής, είτε στο σπίτι της θείας Σοφίας, στην οδό Χαραλάμπη 2, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, στην πάνω πόλη. (Για τις εμπειρίες από την Πάτρα και την επιστροφή μου στην Αθήνα, βλ. βιογραφικό Φ.Λαμπρινού και το βιβλίο «Παλαμηδίου 10»).

Επέστρεψα στις αρχές καλοκαιριού του 1944 στην Αθήνα, ταξιδεύοντας από την Πάτρα με την Ωτομοτρίς, μόνος μου, για να βρω το σπίτι της οδού Παλαμηδίου, άδειο εντελώς. Είχε μείνει μόνο ο σκελετός από το σιδερένιο κρεββάτι των γονιών μου. Όλα τα άλλα, έπιπλα, κουζινικά, βιβλία, είχαν εξαφανιστεί…

ΣΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ

Με τη μεσολάβηση του αδελφού του πατέρα μου, του θείου Νίκου, συνάντησα τον πατέρα μου στην Κυψέλη, στο σπίτι του Μανώλη Σκουλούδη, όπου κρυβόταν. Από τον πατέρα μου έμαθα ότι η μητέρα μου είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και έκτοτε αγνοείτο η τύχη της.
Στην πραγματικότητα, η Ευγενία, όπως πολλά χρόνια αργότερα, αφηγήθηκε η ίδια, βρισκόταν σε στρατόπεδα στη Γερμανία.

Αρχικά στο Ravensbruck βλ.https://en.wikipedia.org/wiki/Ravensbr%C3%BCck_concentration_camp

R1  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) R1

R2  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) R2

R3  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) R3

και στη συνέχεια στο Buchenwald – συγκεκριμένα στο ‘’Lager 3’’, όπου παρέμεινε μέχρι την ήττα και συνθηκολόγηση της Γερμανίας ( Μαΐος 1945).

https://de.wikipedia.org/wiki/KZ_Buchenwald

Ιδού πως η ίδια η Ευγενία περιγράφει (πολλά χρόνια αργότερα) την εμπειρία της:

«Με συνέλαβαν στις αρχές Μαΐου 1944, στο εργαστήρι του Εθνικού Θεάτρου, που βρισκόταν στην οδό Σατωμβριάνδου, πίσω από το κεντρικό κτήριο. Προσπάθησα να πηδήξω από το παράθυρο, αλλά δεν πρόλαβα. Με πήγαν πρώτα στην Ασφάλεια, για ανάκριση και μετά στις φυλακές «Χατζηκώστα», στην οδό Πειραιώς, όπου συνάντησα κι άλλες γυναίκες και όπου θα πρέπει να έμεινα μέχρι τα μέσα Απρίλη, γιατί μας μετέφεραν στο Χαϊδάρι, στο κτήριο 15, όλες μαζί περίπου 70 γυναίκες.
Τον πρώτο καιρό, η καθημερινότητά μας διανθιζόταν με τη μεταφορά μας, μεμονωμένα ή ομαδικά, για ανάκριση. Άλλες στη Μέρλιν και άλλες στην Ασφάλεια.
Μερικές επέστρεφαν σε κακό χάλι, ιδίως εκείνες που ανακρίνονταν στη Μέρλιν. Ταυτοχρόνως, μαθαίναμε ότι από το κτίριο των ανδρών έπαιρναν κάθε μέρα για εκτέλεση. Αυτό, ακόμα και όταν δεν το βλέπαμε, το ακούγαμε, γιατί οι άνδρες που είχαν επιλεγεί, άρχιζαν το τραγούδι.

Τότε, πιάναμε κι εμείς το τραγούδι, που ακουγόταν πλέον σε όλο το στρατόπεδο. Μερικές μέρες αργότερα, πήραν άλλους 50, ανάμεσά τους και 6 γυναίκες από τις δικές μας. Κάθε πρωΐ, στην ανάγνωση των ονομάτων από Γερμανό αξιωματικό, περίμενα να ακούσω και το δικό μου, γιατί η επιλογή των μελλοθανάτων γινόταν με αλφαβητική σειρά «Α» και «Μπε». Πιστεύοντας ότι με είχαν στον κατάλογο ως «Μπαστουνοπούλου», το κανονικό όνομα του άντρα μου, – το «Λαμπρινός», ήταν προπολεμικό ψευδώνυμο του Γιώργη, με το οποίο υπέγραφε τα κείμενά του και το χρησιμοποιούσε στην παρανομία. Ο κατάλογος συμπληρώθηκε κι εγώ δεν ήμουν μαζί τους.

Αργότερα, έμαθα, ότι επειδή στο «Εθνικό», με είχαν γράψει με το πατρικό μου επώνυμο «Τσάλα», οι Γερμανοί με είχαν με αυτό στον κατάλογό τους, κάτι που έμεινε μέχρι το τέλος…

Στα μέσα Μαΐου, μάθαμε ότι οι Γερμανοί ετοιμάζουν μεγάλη αποστολή έχοντας ξεχωρίσει 859 άντρες και όλες εμάς, 61 γυναίκες, άγνωστο για ποιό προορισμό. Έτσι, ένα πρωΐνό, 25 Μαΐου του 1944 ήτανε, μας μετέφεραν με φορτηγά στο Ρουφ, εκεί μας έβαλαν, τις γυναίκες, σε δύο φορτηγά βαγόνια, που το καθένα διέθετε μόνο ένα μικρό παραθυράκι με σιδερένια σίτα, μας έδωσαν μερικά κομάτια ψωμί και μία βούτα, έκλεισαν και ασφάλισαν την πόρτα απέξω και ξεκινήσαμε».
Έξω από τη Θεσσαλονίκη πήραμε 250 κρατούμενους από το στρατόπεδο Παύλου Μελά. Διασχίζοντας τη Γιουγκοσλαβία και την Αυστρία, κινούμαστε πλέον σε Γερμανικό έδαφος.

Στη Βαϊμάρη χώρισαν τα δύο γυναικεία βαγόνια από το συρμό. Αυτό το εφιαλτικό ταξίδι κράτησε 14 μέρες και φτάσαμε βορειοανατολικά του Βερολίνου στο στρατόπεδο-κάτεργο Ράβενσμπρουκ. Εκεί μας πήραν ρούχα, παπούτσια, βέρες και μας έντυσαν με το ριγέ ρούχο του κατάδικου, με νούμερο στο μανίκι. Κι από κει και πέρα για τους Γερμανούς είμαστε ένα νούμερο.
Μεταξύ των 150 χιλιάδων γυναικών (από 23 εθνότητες) οι 100 χιλιάδες εξοντώθηκαν από βασανιστήρια, βιολογικά πειράματα και θαλάμους αερίων. Σ’αυτό το στρατόπεδο μείναμε κάπου 40 μέρες κάνοντας διάφορες αγγαρείες. Θυμάμαι πως, μαζεμένες σαν τα ζώα, σέρναμε ένα κύλινδρο οδοστρωτήρα ή καταβρέχαμε τις πρασιές, ακόμη και όταν έβρεχε με το τουλούμι.
Σύμφωνα με τη διαταγή του Γκαίμπελς (εξόντωση δια της εργασίας) μας πήραν για ένα άλλο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Επειδή ο σταθμός είχε βομβαρδιστεί, έως ότου επισκευαστεί μας έκλεισαν σε μία παράγκα (χωρητικότηας 500 ατόμων) 2.000 γυναίκες. Συνθήκες που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.

Το καινούργιο στρατόπεδο ήταν παράρτημα του Μπούχενβαλντ. Είκοσι από μας μεταφέρθηκαν στο Σλίμπεν, σ’ένα στρατόπεδο εξόντωσης τσιγγάνων.

βλ.https://en.wikipedia.org/wiki/HASAG

Edem  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Edem

 ( Η επιγραφή στην σιδερένια πόρτα λέει: «Στον καθένα το δικό του» – ίσως υποννοεί «αυτό που του αξίζει»…

JEDEM DAS SEINE  μετάφραση από το λατινικό SUUM CUIQUE )

Όταν γυρίσαμε είχε αλλάξει η όψη μας, μαλλιά κόκκινα και νύχια φαγωμένα από τις αναθυμιάσεις των αερίων. Μέσα σε λίγα λεπτά δεν είναι δυνατόν να περιγράψω τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Αναφέρω μόνο το “Στραφαππέλ” που συνήθως γινότανε τις Κυριακές, την ώρα που πλέναμε το μοναδικό μας φουστάνι ούρλιαζε η σειρήνα και οι Εσεσίτες ορμούσαν στους θαλάμους και με το βούρδουλα μας έβγαζαν στο ύπαιθρο κάτω από το μηδέν, και στεκόμαστε ατέλειωτες ώρες ακίνητες ανάλογα με τα κέφια τους.

Όλο το διάστημα δεν μας επέτρεψαν ούτε ένα γράμμα να στείλουμε. Οι δικοί μας δεν ξέρανε αν ζούμε. Ιδιαίτερα για όσες μανάδες που είχαμε αφήσει μικρά παιδιά η θέση μας ήταν τραγική. Αυτό που κράτησε το ηθικό μας ψηλά, ήταν η συνοχή και η μεγάλη συμπαράσταση και βοήθεια μεταξύ μας. Δίνοντας στις άρρωστες από το λιγοστό ψωμί μας. Δυστυχώς η συμπαράστασή μας δεν μπόρεσε να βοηθήσει και την Βαγγελιώ Ρίζου που τρελάθηκε και μας την πήραν για τα κρεματόρια. Και κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν σταματήσαμε τον αγώνα κατά του Ναζισμού.

Με κίνδυνο της ζωής μας σαμποτάραμε τη δουλειά στο εργοστάσιο που μας υποχρέωναν να δουλεύουμε. Κάποτε σκέφτηκαν να μας δελεάσουν με το “πριμ”, για να δουλεύουμε καλύτερα. Σaν αποτέλεσμα ήταν να μην το πάρει καμιά, ακόμα κι αυτές που δεν είχανε καμιά σχέση με την Αντίσταση. Κι αυτό οφειλόταν στη στάση τη δική μας, που δεν τις ξεχωρίζαμε ποτέ. Γι’αυτό το λόγο, σ’ένα τμήμα του εργοστασίου, τις έκλεισαν στην απομόνωση. Εξ αιτίας αυτού του περιστατικού δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύχτα από την αγωνία μας. Ευτυχώς δεν τις εκτελέσανε γιατί ήταν ένα ολόκληρο τμήμα και θα καθυστερούσε η δουλειά σ’όλο το εργοστάσιο.

Οι συνθήκες στη δουλειά ήταν εξοντωτικές, μαζί με το προσκλητήριο 14 ώρες τη βδομάδα μέρα και μιά νύχτα, εκτός από τα “Στραφαππέλ”. Η διατροφή, άθλια, είχε σαν αποτέλεσμα να χάσουμε πολλά κιλά και να είμαστε περιφερόμενοι σκελετοί. Σε όλες μας έγινε αμέσως τεχνητή διακοπή της περιόδου, και είχε σαν συνέπεια τη στείρωση πολλών κοριτσιών, στις 25 οι 10, (ποσοστό 40%, στείρες), και το 1/4 θάνατος από καρκίνο, από φυματίωση και άλλες ασθένειες.

Στις αρχές του ’45 είχαμε καταλάβει ότι πλησιάζει το τέλος του Ναζισμού. Στις 13 Απρίλη ακούγαμε το πυροβολικό των Αμερικανών όλο και πιό κοντά και περιμέναμε από ώρα σε ώρα και τη δική μας απελευθέρωση. Δυστυχώς, τα Εσ-Ες υπακούοντας στην εντολή του Χίμμλερ, που έλγε ότι κανένας κρατούμενος δεν θά’πρεπε να μείνει ζωντανός, μας ξεσήκωσαν από το στρατόπεδο με προορισμό να μας μεταφέρουν στα βουνά της Τσεχοσλοβακίας, το τελευταίο καταφύγιο των Ες-Ες.
Ο κλοιός των Συμμάχων έκλεισε τη Δρέσδη. Έτσι μας περιέφεραν μέσα στη Σαξωνία, νηστικές με μιά κουβέρτα στο κεφάλι κάτω από βροχή και τσουχτερό κρύο. Όποια δεν ήτανε σε θέση να περπατήσει και σταματούσε την εκτελούσαν, γι’αυτό στους δρόμους που περνούσαμε τα χαντάκια ήταν γεμάτα τουμπανιασμένα πτώματα κρατουμένων. Τότε καταλάβαμε ότι όλη η Γερμανία ήταν ένα στρατόπεδο.
Ύστερα από εξουθενωτική πορεία δυο εβδομάδων απελευθερωθήκαμε, άλλες από τους Ρώσους, και άλλες από τους Αμερικανούς, πριν προλάβουν τα Εσ-Ες να μας εξοντώσουν. Εκτός από τη Μαρία Κουρή που πέθανε ένα μήνα μετά την απελυθέρωση σε νοσοκομείο της Λειψίας, πολλές άλλες είχαν την ίδια τύχη, μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, και σήμερα δεν ζουν παρά 20. Από τη δική μας αποστολή έχω ακουστά κι άλλες, όπως αυτή από την Πέρα Χώρα του Λουτρακίου, (Ιούλιος 1944), άλλη μία του (Αυγούστος 1944) από την περιοχή της Κορινθίας, από το Εμπειρίκειο Κρήτης και άλλες που δεν έχω υπόψη μου».

Πολλά χρόνια μετά την επιστροφή της μητέρας μου στην Αθήνα, όχι από την ίδια, αλλά από μαρτυρίες συγκρατουμένων της όπως η Μπέττυ Βακαλοπούλου, έμαθα κάποιες λεπτομέρειες που δεν αναγράφονται στο παραπάνω κείμενο: οι Ελληνίδες γυναίκες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, Η μία κατευθύνθηκε προς τα Ανατολικά και κατάφερε να φτάσει στο Μόναχο με τραίνο, ενώ η άλλη, όπου βρισκόταν και η μητέρα μου, προχώρησε, πεζοπορώντας, Νοτιοδυτικά και διασχίζοντας όλη την κάτω Σαξωνία και τη μισή Βαυαρία, έφτασε στο Μόναχο. Στην πεζοπορία, συναντούσαν μικρές πόλεις και χωριά που ήταν εντελώς άδεια.
Οι νεώτερες κοπέλλες, έμπαιναν μέσα στα σπίτια, μάλλον για να βρουν κάποια τροφή και συγχρόνως έπαιραν και κάποια μικροαντικείμενα που τους έκαναν εντύπωση. Η μητέρα μου δεν τις ακολουθούσε. Μιά μέρα, μία φίλη της μητέρας μου της φώναξε από το μπαλκόνι ενός άδειου σπιτιού «Ευγενία, τι θέλεις να σου φέρουμε;». «Τίποτε, απήντησε η μητέρα μου. Αν βρείτε κάτι για το Φώτο…». Και βρήκαν: της έφεραν ένα μικρό ακορντεόν Hohner, το οποίο κουβάλησε σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή και μου το έφερε σην Αθήνα.

Από το Μόναχο, με στρατιωτικό αεροπλάνο, οι γυναίκες και ίσως και άντρες κρατούμενοι, προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Ελευσίνας (όπως άλλωστε, λίγο νωρίτερα ο πρώτος Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, που επέστρεψε από το Νταχάου), και αφού μας αναζήτησε στην παλιά γειτονιά (στον Κολωνό) μας βρήκε στου Χαροκόπου, στο σπίτι της θείας της Γίτσας, όπου μέναμε. Η συνάντηση με εμένα έγινε στο διπλανό σπίτι της οικογένειας Σταύρου Ηλιόπουλου (δικηγόρου και αργότερα, βουλευτή και κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΕΔΑ).

Η μητέρα μου φορούσε ένα ολόσωμο φουστάνι, δεν ξέρω πού το βρήκε (ίσως της θείας μου), σκουρογαλάζιου χρώματος με λευκά πουά, που της πήγαινε πολύ. Πρόσεξα ομως αμέσως ότι είχαν ασπρίσει τα μαλλιά της. Ήταν τότε μόλις 34 χρονών. Έμεινα αρκετή ώρα στην αγκαλιά της και όταν σηκωθήκαμε για να μεταφερθούμε στο διπλανό σπίτι, πρόσεξα ότι το σώμα της ήταν στητό και λεπτό, ολόϊδιο όπως το ήξερα. Μετά, ασχολήθηκα, για πρώτη και τελευταία φορά, με το ακορντεόν…
Αφού περάσαμε ένα διάστημα στη Νέα Φιλαδέφλεια, φιλοξενούμενοι δύο γυναικών εκπαιδευτικών, γνωστών του πατέρα μου, (φυσικά από το Κόμμα) εγκατασταθήκαμε στο παλιό μας σπίτι, της Παλαμηδίου, όπου η μητέρα μου ξανάρχισε το νοικοκυριό από το…μπρίκι!

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ….

Εκεί έστησε στο μέσα δωμάτιο, έναν πάγκο με τα απαραίτητα σύνεργα ραπτικής και άρχισε να ράβει, κυρίως αντρικά ρούχα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν έτοιμα ρούχα και ο κόσμος, κυρίως οι άντρες, είχαν ανάγκη από κάποιο σακάκι ή παντελόνι, ίσως και κοστούμι, αν μπορούσαν να ανταποκριθούν οικονομικά. Έτσι, η Ευγενία, είχε δουλειά, με την οποία ζούσε όλη η οικογένεια, γιατί ο πατέρας μου, με ένα σωρό κομματικές ιδιότητες, ανάμεσά τους και αυτή του δημοσιογράφου («Ριζοσπάστης» – βλ. βιογραφικό Γ. Λαμπρινού), παρέμενε, πάντα «επαγγελματίας», αλλά άμισθος κομμουνιστής.
Είναι απορίας άξιον, από πού αντλούσαν οι κομμουνιστές εκείνης της εποχής (τέλος 1945) την αισιοδοξία! Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, κι εκείνοι πίστευαν ότι, αφού αντιστάθηκαν στους κατα-κτητές και βγήκαν νικητές από αυτόν τον αγώνα, το μέλλον προδιαγράφεται λαμπρό. Έτσι, η μητέρα μου έμεινε έγκυος και 9 μήνες αργότερα, τέλος Αυγούστου του 1946, γεννήθηκε ο αδελφός μου, ο Λάμπρος. Θέλω να πιστεύω ότι επεζήτησαν ένα ακόμα παιδί και μάλιστα, σύμφωνα με την επιθυμία και των δύο: κορίτσι. Ο πατέρας μου, μάλιστα, έλεγε ότι αν είναι κορίτσι θα το έχει σε μεταξωτά σεντόνια και χρυσά παπλώματα, ενώ θα το βγάλει «Ζωή», που ήταν το όνομα της μητέρας μου στην παρανομία. Ο μόνος που ήθελε αγόρι ήμουν εγώ και μου έγινε το χατήρι…

Scan11b  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan11b

 

Στον εξώστη του Θεάτρου «Λυρικόν» στην οδό Αριστοτέλους, εκεί που είναι σήμερα το Υπουργείο Υγείας. Καλοκαίρι του 1947,

λίγο πριν αναχωρήσει ο πατέρας μου για το Παρίσι και από εκεί για το βουνό.

Η μητέρα μου, ακόμα και κατά την εγκυμοσύνη της συνέχισε να εργάζεται. Άνοιξε μάλιστα ραφτάδικο στην οδό Μιλτιάδου 25, πολύ κοντά στην οδό Αιόλου, μαζί με έναν ράφτη «σύντροφο», τον Μισιρλή. Όλα αυτά μέχρι το Φθινόπωρο του 1947, όταν είχε φουντώσει πιά ο Εμφύλιος και ο πατέρας μου, με διαβατήριο που του εξασφάλισε για τη Γαλλία ο Οκτέβ Μερλιέ, έφυγε από την Ελλάδα. Τον συνοδέψαμε στο «Χασάνι» (μετέπειτα «Ελληνικό») με τη μητέρα μου και από τότε δεν τον ξαναείδαμε…

ΕΞΟΡΙΑ

Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα κι ενώ ο αδελφός μου δεν είχε κλείσει ακόμα τα δύο χρόνια, η μάνα μου συνελήφθη και στάλθηκε εξορία στη Χίο. Πήρε μαζί της και τον αδελφό μου. Όταν την μετέφεραν, μαζί με τις άλλες εξόριστες, στο Τρίκερι, σε αντίσκηνα, αναγκάστηκε να μας στείλει το παιδί, που έχοντας αρχίσει να μιλάει κανονικά, είχε μάθει και επαναλάμβανε μία στερεότυπη φράση: «Όλες μέσα, όλες μέσα…». Αυτό που έλεγαν οι χωροφύλακες στις εξόριστες, μετά την απογευματινή βόλτα στο προαύλιο του κτηρίου, όπου εκρατούντο.

Την ίδια εποχή, η αδελφή της μητέρας μου, η θεία η Γίτσα, ήταν υπόδικος στις φυλακές Αβέρωφ (στη λεωφόρο Αλεξάνδρας) και η εξαδέλφη μου η Δέσπω, έπαιρνε, για παρέα στο επισκεπτήριο, τον αδελφό μου. Ο πατέρας της Δέσπως, ο θείος Μήτσος ήταν εξόριστος στο Μακρονήσι, την εποχή που γίνονταν φρικτά βασανιστήρια στους κρατούμενους προ-κειμένου να υπογράψουν «Δήλωση Μετανοίας».
Στο Μακρονήσι, ως αμετανόητη, μεταφέρθηκε, μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες (όπως η ηθοποιός Αλέκα Παΐζη), η μητέρα μου και κάποια στιγμή έμαθα ότι από το Υπουργείο Εσωτερικών μπορώ να πάρω μία άδεια για επισκεπτήριο (συνάντηση με τη μητέρα μου) σε κάποια αποθήκη του λιμανιού, στο Λαύριο.

Πήρα την άδεια και μαζί με τη θεία μου τη Σάσα και τον αδελφό μου, ξεκινήσαμε από την πλατεία Αιγύπτου, με το λεωφορείο, για το Λαύριο. Ανηφορίζοντας την Αλεξάνδρας, στο λεωφορείο υπήρχε παγωνιά. Οι λιγοστοί φαντάροι και περισσότερο συγγενείς κρατουμένων, παρέμεναν βουβοί, μέχρι τη στιγμή που φτάσαμε στο ύψος των φυλακών «Αβέρωφ» και ο αδελφός μου κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και ψευδός όπως ήταν, φώναξε: «Το θπίτι της θείαθ της Γίτσαθ»! – δείχνοντας φυσικά τις φυλακές.
Στο λεωφορείο ακούστηκε ένα ηχηρό γέλιο και το κλίμα άλλαξε άρδην. Οι φαντάροι άρχισαν το τραγούδι και ακολούθησαν όλοι οι άλλοι, μέχρι που φτάσαμε στο Λαύριο. Εκεί είχαμε μία μικρή τραγωδία,, γιατί μόλις ο Λάμπρος πλησίασε τη μητέρα μου τη ρώτησε «Είθαι η Γίτθα;» – η μάνα μου εβαλε τα κλάμματα και μας είπε: «Πάρτε το από δω και μη μου το ξαναφέρετε αν δεν μάθει ποιά είναι η μάνα του». Η Σάσα, σε όλο το «επισκεπτήριο», δεν σταμάτησε να κλαίει κι εγώ υποσχέθηκα στη μητέρα μου να τρώω περισσότερο, γιατί με βρήκε αδύνατο!

Όπως μου αφηγήθηκε πολλά χρόνια αργότερα, στο Μακρονήσι έπεφτε ξύλο κι εκείνη, φορούσε πάλι ένα μαύρο τσεμπέρι για να φαίνεται γριά και να μην την χτυπάνε τόσο άγρια όσο τις άλλες, τις…νεώτερες.
Από το Μακρονήσι, την έφεραν στην Αθήνα, μαζί με τη στενή της φίλη Λουΐζα, γυναίκα του Αντρέα Σαμαρινιώτη – «Τζήμα», για ανάκριση και αν προέκυπταν στοιχεία επιβαρυντικά, να περάσουν από στρατοδικείο. Εκείνο τον καιρό, «στρατοδικείο», σήμαινε, σε μεγάλο βαθμό, εκτέλεση, γιατί αρκούσε το γεγονός οι κατηγορούμενοι να μην υπογράφουν δήλωση μετανοίας ή να μην καταδικάσουν το «παιδομάζωμα», για να τους στείλουν στο απόσπασμα. Ανέλαβα να βρω όσους γνωστούς μπορούσα για μία απόπειρα επηρρεασμού του ανακριτή.

Δεν ξέρω αν αυτό οφέλησε, πάντως, δεν βρέθηκε υλικό για να στοιχειοθετηθεί σοβαρή κατηγορία και τις ξανάστειλαν στο Τρίκερι, όπου η μητέρα μου, έμαθε από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου, ότι συνελήφθη ο πατέρας μου (Ιούλιος 1949), κάτι που έγραψαν και οι εφημερίδες της εποχής. Ωστόσο, η μητέρα μου δεν το πίστεψε και θεώρησε ότι η ανακοίνωση και μάλιστα από μεγαφώνων, έγινε για να επηρρεαστεί και να υπογράψει «Δήλωση». Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, ο πατέρας μου, είχε συλληφθεί και μετά από μία περίπου εβδομάδα, παρόλο που είχε σταλεί σήμα από το ΓΕΣ να μην πειραχθεί, με το πρόσχημα ότι αποπειράθηκε να δραπευτεύσει, τον εκτέλεσαν μαζί με άλλους 8 αντάρτες, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και δύο γυναίκες. (βλ. βιογραφικό Γιώργη Λαμπρινού)
Επί κυβερνήσεως Κέντρου και υπουργείας Ρέντη, η μητέρα μου αφέθηκε ελεύθερη, ως μάνα μικρού παιδιού και επέστρεψε στο σπίτι μας, στην οδό Παλαμηδίου, μετά από τέσσερα χρόνια εξορίας.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΤΙΤΟ

Ξανάρχισε τη δουλεια στο ραφτάδικο της οδού Μιλτιάδου 25, έχοντας ως πελατεία τους παλιούς γνώριμους από το Κόμμα, το θέατρο και συγγενείς (όπως ο εξάδελφος του πατέρα μου Τάκης Βασιλάκης, ο μετέπειτα διάσημος γλύπτης “Takis”, ο οποίος μήν έχοντας ούτε δεκάρα δεν πλήρωνε…). Ταυτοχρόνως, η θεία μου η Σάσα, μονίμως αραβωνιασμένη με τον συγγραφέα Σωτήρη Πατατζή, που ζούσε μαζί μας όλο το διάστημα που η μητέρα μου ήταν στην εξορία (βλ. «οι θείες και οι θείοι μου») είχε πιάσει δουλειά, ως λογίστρια, στο «Συνεταιρισμό Εμποροραπτών» στην οδό Πραξιτέλους. Στο οικογενειακό εισόδημα συνέβαλλε και η πενιχρή σύνταξη της γιαγιάς Μαρίας, έστι ώστε να τα φέρνουμε βόλτα.

Αυτά γύρω στο 1952-1953, όταν ανακοινώθηκε η επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα. Εμείς, ωστόσο, το «νέο» δεν το μάθαμε από τις εφημερίδες, αλλά από την εισβολή, χαράματα, της Ασφάλειας (δύο ασφαλίτες με γκρίζα κοστούμια, γιλέκο και γραβάτα,) που χτυπώντας πολύ δυνατά την εξώπορτα, εισέβαλλαν στο σπίτι μας και διέταξαν τη μητέρα μου να τους ακολουθήσει. Η θεία μου η Σάσα, δεν άντεξε και άρχισε να τους βρίζει, οπότε την πήραν και αυτήν μαζί τους.

Φυσικά, ούτε λόγος για σχολείο εκείνο το πρωΐνό. Η γιαγιά, μού ετοίμασε ένα πακετάκι με κάτι φαγώσιμα, για πρόσχημα, ώστε να μπορέσω να δω τη μητέρα μου και πήγα στο Τμήμα. Ήταν το 15ο, που κάλυπτε όλη την περιοχή του Κολωνού, από τα «σίδερα» τις γραμμές του τραίνου, μέχρι πέρα την Κολοκυνθού και το ποτάμι. Κατάφερα να δω τη μητέρα μου στην πόρτα του κρατητήριου και εκεί έμαθα ότι δεν ήταν μόνο η μοναδική γυναίκα που είχαν συλλάβει, αλλά και ο μοναδικός «ύποπτος» για δολοφονία του Τίτο, σε ολόκληρο τον Κολωνό. Η μητέρα μου φαινόταν αναστατωμένη και μου είπε ξερά: «Δεν ξέρω τι θα κάνεις. Κόψε το λαιμό σου. Αλλά δεν ξαναπάω εξορία!».
Τον λαιμό μου δεν τον έκοψα, αλλά αμολύθηκα αμέσως σε «λυτούς και δεμένος», να βρεθεί μιά άκρη και με κάποιο τηλεφώνημα ή προσωπική επαφή, να γλυτώσει η μητέρα μου, μία ακόμα μετάβαση σε κάποιο νησί ή στρατόπεδο. Άλλωστε, τόποι εξορίας υπήρχαν αρκετοί ακόμα. Το μεσημέρι και αφού είχα κάνει τον πρώτο κύκλο «επαφών», έμαθα ότι την είχαν μεταφέρει στα κεντρικά της Ασφάλειας, στην οδό Σολωμού, γωνία με Πατησίων. Πήρα από το σπίτι κανονικό φαγητό και ανέβηκα με τα πόδια.
Μου υπέδειξαν ότι θα πρέπει να ανέβω στο τέταρτο πάτωμα, όπου στο διάδρομο, συνάντησα ξαφνικά τον καθηγητή μου στο σχολείο, τον φιλόλογο Νίκο Παπαδάκη: «Φώτο, τι κάνεις εδώ;». «Εγώ τι κάνω εδώ, ή εσείς κύριε καθηγητά;» – τον ρωτάω. «Έχουν πιάσει τη μάνα μου», μου λέει. «Κι εμένα τη δική μου», του απαντώ.
Η μητέρα του καθηγητή ήταν ήδη πάνω από 70 χρονών και επειδή είχε έναν γιό κομμουνιστή, αδελφό του καθηγητή μου, που τον είχαν εκτελέσει στη διάρκεια του Εμφυλίου, την έπιασαν για να μην δολοφονήσει, ούτε εκείνη, όπως και η μητέρα μου, τον Τίτο!
«Και τι θα γίνει με το σχολείο;», με ρωτάει ο κ. Παπαδάκης. «Τι να γίνει. Αν δεν τελειώσει αυτή η ιστορία δεν μπορώ να έρθω», του απαντώ. «Καλά», μου λέει, «Έλα όποτε μπορέσεις και θα κοιτάξω να τα βολέψω εγώ με τον κ. Χατζηδάκη».
Την επομένη πήγα για επισκεπτήριο με την εξαδέλφη μου τη Δέσπω και πήραμε μαζί τον αδελφό μου. Δεν μας άφησαν να μπούμε στο κτήριο της Ασφάλειας κι έτσι σταθήκαμε στο απέναντι πεζοδρόμιο και περιμέναμε.

Σε λίγο, άνοιξε ένα ρολλό, όπως αυτά των καταρτημάτων και άρχισαν να βαίνουν από εκεί, άντρες και γυναίκες, που επιβιβάζονταν σε ένα κλειστό φορτηγό. Κάναμε απεγωνσμένες προσπάθειες, με τη Δέσπω, να δούμε αν ανάμεσά τους ήταν και η μητέρα μου. Ευτυχώς δεν ήταν. Την επομένη γύρισε μόνη της στο σπίτι μας.

Η ΜΕΤΕΜΦΥΛΙΑΚΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ

Συνέχισε κανονικά τη δουλειά στο ραφτάδικο κι εγώ, αφού τέλειωσα το Γυμνάσιο, γράφτηκα στη Σχολή Σταυράκου, όπου σπούδασα για ένα χρόνο στο τμήμα σκηνοθεσίας. Η Σχολή, με σκηνοθέτη τον δάσκαλό μου Γρηγόρη Γρηγορίου και βοηθό τον συνσπουδαστή μου Παναγιώτη Γλυκοφρύδη, αποφάσισε να γυρίσει μία ταινία σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη (επίσης δασκάλου μας στη Σχολή) με τίτλο «Η αρπαγή της Περσεφόνης». Η μητέρα μου συμφώνησε να ράψει τα κοστούμια ως αντιπαροχή για τα δικά μου δίδακτρα…

Μετά τη Σχολή Σταυράκου, κι αφού δούλεψα ως βοηθός σε μία ελληνική ταινία (πρώτη και τελευταία στη ζωή μου, ως βοηθός), έφυγα για τη Βιέννη, σε μιά απόπειρα σοβαρών κινηματογραφικών σπουδών. Σε αυτό συνέβαλλε ένας εκδοτικός οίκος που μας έδωσε κάποια χρήματα για τα δικαιώματα του βιβλίου του πατέρα μου «Μορφές του ‘21», αλλά και το γεγονός, ότι η μητέρα μου, όπως έλεγε στην αδελφή της «Να φύγει, Σάσα μου. Δεν μπορώ να τον βλέπω. Είναι ίδιος ο πατέρας του».

Όταν μετά από ενάμιση χρόνο επέστρεψα στην Αθήνα, είχαμε πιά εγκαταλείψει για πάντα τον Κολωνό και είχαμε εγκατασταθεί σε ένα μικρό, ημιυπόγειο διαμέρισμα στην πολυκατοικία που χτίστηκε στο οικόπεδο του μεγαλητερου ίσως κινηματογράφου της Αθήνας, το «Κάπιτολ», στην οδό Αγίου Μελετίου, λίγο πριν από τη διαστάυρωση με την Αχαρνών.

Η μητέρα μου είχε κανούργιο μαγαζί, στην οδό Κολοκοτρώνη, έναν ολόκληρο όροφο και έραβε όλων των ειδών τα ρούχα, μαζί και θεατρικά (όπως όλες σχεδόν τις παραστάσεις σε κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, που της είχε μεγάλη εκτίμηση και τον έραβε άλλωστε και τον ίδιο) αλλά και κινηματογραφικά, όπως μιά φορά, που έραψε ένα υπέροχο σακάκι στον Ρόμπερτ Μίτσαμ (Robert Mitchum) (για μιά ταινία του Όλντριτς, με την Ειρήνη Παππά, που γυρίστηκε στους Δελφούς), φροντίζοντας να αγοράσει παραπάνω ύφασμα και να μου ράψει κι εμένα ένα ίδιο σακάκι – τόσο που για καιρό περηφανευόμουν, ότι φορούσα ίδιο σακάκι με τον Μίτσαμ. Η αλήθεια είναι -μιάς και το έφερε η κουβέντα- ότι από μικρό με έντυνε υπέροχα και με έμαθε να ντύνομαι καλά σε όλη μου τη ζωή – κι όταν ακόμα δεν μπορούσε πιά να μου ράψει τα ρούχα μόνη της.

Όλο αυτό το διάστημα και μέχρι την έλευση της δικτατορίας του 1967, η μητέρα μου, παρέμενε, όπως πάντα κομμουνίστρια, αλλά δεν ασχολείτο και πολύ με τη…νομιμότητα. Δεν είχε ιδιαίτερη σχέση, οργανωτική ή άλλη, με την ΕΔΑ. Δραστηριοποιείτο ενεργά μόνο στις εκάστοτε εκλογές και πέραν αυτού ουδέν. Όταν, καμιά φορά, τη ρωτούσα, «γιατί δεν πάς ρε μάνα στην ΕΔΑ;», μου ανταπαντούσε με ερώτηση: «Τι να πάω να κάνω. Να δείξω το καπελάκι μου;».

ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΦΥΓΗ ΣΤΗ….ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Όταν, όμως έγινε το πραξικόπημα (εγώ ήμουν ήδη από το 1964 στη Μόσχα), η μητέρα μου, δραστηριοποιήθηκε και ιδίως μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, τον Φεβρουάριο του 1968, πέρασε στην πλευρά του ΚΚΕ Εσωτερικού, όπου και ανέλαβε, όντας στη νομιμότητα, ένα σοβαρό τομέα του Κόμματος, που είχε σχέση με τα οκονομικά. Σε μικρό χρονικό διάστημα, όμως, είδε ότι άρχισαν οι συλλήψεις και ότι ο κύκλος στενεύει. Μάζεψε τα απολύτως απαραίτητα σε μία βαλίτσα, ενημέρωσε μόνο την αδελφή της τη Γίτσα, στην οποία ως «ψημένη» κομμουνίστρια, είχε περισσότερο εμπιστοσύνη κι έφυγε για το Μόναχο, με το τραίνο.

Ήταν καλοκαίρι του 1968. Από τη Μόσχα, μαζί με την τότε γυναίκα μου τη Σόνια, πήγαμε να τη συναντήσουμε κι εμείς. Μέναμε σε ένα σπίτι, μεγάλο και ευρύχωρο, με δυό τρία από τα παιδιά της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ Εσωτερικού. Από τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στο Μόναχο, η Ευγενία, μου ζήτησε με το σύνηθες απαιτητικό της ύφος, να την πάω στο Προξενειο της Τσεχοσλοβακίας, να πάρει μία βίζα, ώστε να πάει στην Πράγα, να επισκεφτεί την παλιά της φίλη Λουΐζα, τη γυναίκα του Σαμαρινιώτη-Τζήμα. Εγώ όμως, ερχόμουν από τα Σοβιετο-τσεχικά σύνορα, όπου δούλευα στα γυρίσματα της ταινίας «Ένας από το εκτελεστικό απόσπασμα» του Μάνου Ζαχαρία και είχα δει, μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, τα αμέτρητα τανκς που είχαν παραταχθεί κατά μήκος των συνόρων και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι επίκειται επέμβαση, κατά των «πρωτοβουλιών» του τότε Γενικού Γραμματέα του Τσεχοσλο-βακικού Κόμματος, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ και της αποκαλούμενης «Άνοιξης της Πράγας».
Προσπαθούσα, λοιπόν, να την μεταπείσω, λέγοντας ότι δεν το θεωρώ σκόπιμο να πάει αυτόν τον καιρό στην Πράγα, γιατί θα μπει σε απρόβλεπτες όσο και δυσάρεστες περιπέτειες. Το μόνο που κατάφερα ήταν να το αναβάλλω για καμιά δυό μέρες.. Όταν ένα πρωΐνό, που ετοιμάστηκε και δεν σήκωνε πλέον κουβέντα, ως προς την επίσκεψη στο προξενείο, άνοιξε με πάταγο η πόρτα της εισόδου και μπαίνοντας με φόρα ένα από τα παιδιά που έμενε στο σπίτι, άρχισε να φωνάζει: «Μπήκανε…μπήκανε!…». Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για την είσοδο των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία και στη συνέχεια στην Πράγα, με τα γνωστά αποτελέσματα. Η μητέρα μου έδειξε να πείθεται και το θέμα έληξε.

Από το Μόναχο, η Ευγενία, πήγε στη Φρανκφούρτη, για να καταλήξει μετά από λίγο στο Αμβούργο, όπου δουλεύοντας, αρχικά, σε έναν έλληνα ράφτη, άνοιξε στη συνέχεια στο κέντρο της πόλης, με την οικονομική βοήθεια του Κόμματος, ένα μαγαζί «Änderungsschneiderei», που σημαί-νει «Ραφείον Μεταποιήσεων» ή απλώς, «Χρυσό Ψαλλίδι», στο οποίο εργάστηκε μέχρι την οριστική επιστροφή της στην Ελλάδα, το 1975. Με άλλα λόγια, έζησε ξανά στη Γερμανία, αυτή τη φορά για περίπου 8 χρόνια! Κέρδιζε, όπως φαίνεται, αρκετά χρήματα, γιατί κατάφερε να επιστρέψει τα αρχικά χρήματα στην κομματική οργάνωση του Αμβούργου, να σπουδάσει τον αδελφό μου στην Ελβετία (ξενοδοχειακά) και να φροντίσει όλα τα παιδιά του τοπικού «Ρήγα Φερραίου», όπως η Φρόσω η Δημάκη (μετέπειτα σύζυγος Νίκου Κιάου) με τον αδελφός της Δημήτρη, τον Πέτρο και την Αγγελική Κουναλάκη , τον Γιώργο Τσιάκαλο κ.ά.

Από το 1971 που εγκαταστάθηκα στο Παρίσι, συνεργαζόμενος με τον Κώστα Γαβρά, τον Δημήτρη Δεσποίδη και τον Νίκο Σβορώνο, για την έρευνα στα ευρωπαϊκά και αμερικανικά κινηματογραφικά αρχεία, ταξίδευα συνεχώς και φρόντιζα, ιδίως όταν επρόκειτο για έρευνα στη Γερμανία, να περνάω από το Αμβούργο και να βλέπω τη μητέρα μου.

Η αλήθεια είναι πως εύρισκα και την ευκαιρία για να μου ράβει ή να μου διορθώνει κανένα ρούχο…Ήταν πάντα όπως την ήξερα, εργατική, θυμόσοφη και ήρεμη, απολάμβανε την αγάπη που της είχαν, όλα τα παιδιά, που ζούσαν ή σπούδαζαν στο Αμβούργο.

Scan5  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan5

 

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Με την επιστροφή της στην Ελλάδα, νοίκιασε ένα διαμέρισμα στην οδό Δαφνομήλη γωνία με την Αγίων Ισιδώρων, όπου μέναμε ήδη με τη δεύτερη γυναίκα μου, την Κλαίρη. Στο μεταξύ, πριν ακόμα πέσει η Χούντα, είχε έρθει για λίγες μέρες στην Ελλάδα, για να παρευρεθεί στο γάμο μου με την Κλαίρη, που έγινε στο Ηράκλειο. Αν θυμάμαι καλά, από το αεροδρόμιο πήγε κατευθείαν στο λιμάνι και ταξίδεψε με το ίδιο πλοίο, με το οποίο ήρθαν πολλοί φίλοι μας καλεσμένοι, όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, Κίττυ Αρσένη, Γιώργος Καρράς, Αντρέας Κούρκουλας, Αντώνης Μαούνης, Αλέκος και Ειρήνη Λεβίδη, Δημήτρης Ψαρράς και πολλοί άλλοι.

Στη Δαφνομήλης, αφού φρόντισε να προμηθευτεί μία καλή ραπτομηχανή, άρχισε πάλι το ράψιμο, ντύνοντας γνωστούς και φίλους. Το ίδιο διάστημα, ο Τσαρούχης ανέβασε στο οικόπεδο της οδού Καπλανών τις «Τρωάδες», με τις Σμάρω Στεφανίδου και Εύα Κομανίδου και φυσικά, η Ευγενία, έραψε τα κοστούμια. Από αυτή την παράσταση μου έχει μείνει το βιβλίο με το έργο και αφιέρωση του Γιάννη Τσαρούχη, μερικά χρόνια πριν κάνω την ταινία «Ο Πειραιάς του Γιάννη Τσαρούχη» (βλ. φιλμογραφία).
Ωστόσο, μιά μέρα, συναντήθηκε τυχαία, στο δρόμο, με τον Μινωτή, τον οποίο γνώριζε καλά από την προηγούμενη θητεία της στο Εθνικό Θέα-τρο. Τη ρώτησε αν δουλεύει και πού, η μητέρα μου του απάντησε κι εκείνος αμέσως της είπε: «Αύριο το πρωΐ, σε περιμένω στο γραφείο μου, να ξαναπιάσεις δουλειά στο θέατρο» – ήταν τότε (δεκαετία του ’70), διεθυντής του Εθνικού Θεάτρου.

Έτσι, η Ευγενία, μετά από 30 και πλέον χρόνια, ξανάπιασε δουλειά στο «Εθνικό» και έραψε όλη την τότε νεανική γενιά των ηθοποιών της κρατικής σκηνής, όπως Κώστας Χαλκιάς, Γιώργος Παρτσαλάκης, Κάτια Δαν-δουλάκη και άλλοι που δεν θυμαμαι. Θυμάμαι όμως, από αυτά που οι ίδιοι μου έλεγαν, ότι τη λάτρευαν, γιατί για πρώτη φορά φόρεσαν θεατρικά ρούχα, ωσάν να ήταν πολιτικά και ραμμένα από ράφτη μάστορα.
Έτσι, κατάφερε να συνταξιοδοτηθεί από το «Εθνικό», να πάρει ένα μικρό δάνειο από την «Κτηματική» και με τις οικονομίες της από τη Γερμανία, να αγοράσει μία γκαρσονιέρα, στην πολυκατοικία που έχτισαν τα αδέλφια Μπανιά, ο Αλέκος Φλαμπουράρης και Τάκης Παπαδόπουλος, με την κατασκευαστική εταιρεία που είχαν από κονού ιδρύσει. Επέλεξε αυτή τη γκαρσονιέρα, γιατί δίπλα ακριβώς, βρισκόταν ένα μεγάλο διαμέρισμα, που αγόρασε για την Κλαίρη, ο πατέρας της, έτσι, που η μητέρα μου θεώρησε ότι θα είμαστε όλοι δίπλα δίπλα.

Δεν ήξερε, ότι η σχέση μου με την Κλαίρη βρισκόταν ήδη στη δύση της και ότι εγώ δεν θα έμενα ποτέ σε αυτό το διαμέρισμα. Ωστόσο, είχε ως παρηγοριά, τα παιδιά μου, με τα οποία έζησε δίπλα-δίπλα για μερικά χρόνια και τα φρόντισε, όσο καλύτερα μπορούσε…

Scan13  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan13

”Η Ευγενία τη δεκαετία του 1980”

ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ….

Κάποια στιγμή, (δεν θυμάμαι την ημερομηνία) μερικοί δικηγόροι, αντιστασιακοί (Μανώλης Γλέζος) και λοιποί παράγοντες, οργάνωσαν μία εκδήλωση για τα θύματα των Ναζιστών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάλεσαν επισήμως και τη μητέρα μου και της είπαν επιπλέον να ετοιμά-σει και μία σύντομη ομιλία. Θυμαμαι ακόμα τη μητέρα μου, να γράφει και να σβήνει, χωρίς να μου δείχνει τίποτε ή διάθεση να με συμβου-λευθεί, προκειμένου να ετοιμάσει αυτή τη «σύντομη ομιλία». Η εκδήλωση είχε οργανωθεί στην Παλαιά Βουλή και η αίθουσα είχε γεμίσει από κόσμο. Έβαλα τη μητέρα μου να καθήσει στην πρώτη σειρά κι εγώ με τον αδελφό μου, πήγαμε στα πίσω καθίσματα. Στο «πάνελ», ήταν διάφοροι τύποι, που έπαιρναν το μικρόφωνο και δεν το άφηναν αν δεν τους το αποσπούσε κάποιος άλλος από τα χέρια.. Έτσι, η σεμνή τελετή έλαβε τέλος, χωρίς να καλέσουν την Ευγενία, ούτε κανέναν άλλον από τα πραγματικά θύματα των Γερμανών, που βρίσκονταν στην αίθουσα, προκειμένου να πουν αυτά τα «λίγα λόγια» ως εμπειρίες/μαρτυρίες της ζοφερής πραγματικότητας.

Έτσι, μόλις ο Γλέζος κήρυξε «περαιωμένη» την εκδήλωση, είδα τη μητέρα μου, να πηγαίνει «σφαίρα» στον Μανώλη και κάτι να του λέει. Έτρεξα αμέσως να την αποσπάσω και το μόνο που είπα στον Γλέζο ήταν: «Ποιος μαλάκας σκηνοθέτησε όλη αυτή τη γελοιότητα;» – πήρα τη μητέρα μου και φύγαμε, χωρίς να περιμένω απάντηση.

Λίγα χρόνια αργότερα, ένα μεσημέρι, χτύπησε το τηλέφωνο και όπως πάντα, η μητέρα μου, έμπαινε κατευθείαν στο θέμα: «Έλα αύριο το πρωΐ, μόνος σου ή και και με τον μικρό (όπως ενίοτε, αποκαλούσε τον αδελφό μου), να με πάτε στην Τράπεζα. Έχω μία επιταγή να εισπράξω». Με τον αδελφό μου, είδαμε ότι η Επιταγή πράγματι υπήρχε, ήταν από τον «Ερυθρό Σταυρό» και ανέγραφε το ποσό των 3.000 ευρώ.

Επρόκειτο για την αποζημίωση που ενέκρινε το γερμανικό κράτος, για το διάστημα που η Ευγενία, κρατήθηκε στα γερμανικά στρατόπεδα. Αν το διαρέσουμε με τις μέρες παραμονής, βγαίνει περίπου, 8 ευρώ την ημέρα μεροκάματο. Αυτό είναι που λένε «Άξιος ο μισθός της»! Την πήγαμε με τον αδελφό μου στην EuroBank στην πλατεία Συντάγματος και τη συνοδεύσαμε μέχρι την πόρτα, όπως μας το ζητησε. Τα υπόλοιπα ήθελε να τα κανονίσει μόνη της.

Scan10  Ευγενία Τσάλα (1911- 2006) Scan10

”Η μητέρα μου με την κόρη μου Αστέρω” σε φωτογραφία του ανηψιού μου Καμίλο Νόλλα

ΔΩΡΗΤΡΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ…..

Είχε περάσει πιά τα 90 και άρχισε να μην μπορεί να αυτοεξηπηρετηθεί. Οι γυναίκες-οικιακοί βοηθοί που, κατά καιρούς, της πηγαίναμε με τον αδελφό μου, για να τη βοηθάνε στο σπίτι, της έσπαγαν τα νεύρα, κυρίως, γιατί ήταν εντελώς αμόρφωτες και δεν μπορούσε να αλλάξει μία κουβεντα.

Έτσι, χτύπησε πάλι το τηλέφωνο: «Αύριο το μεσημέρι σε περιμένω στο σπίτι, θα είναι και ο αδελφός σου», κλικ.
Στην ερώτηση «Τι συμβαίνει ρε μάνα και μας κουβάλησες μεσημεριάτικα;» – η απάντηση ήρθε κοφτή: «Κοιτάξτε αυτά τα χαρτιά και υπογράψτε!». «Να υπογράψουμε, αλλά περί τίνος πρόκειται;». «Θα γίνω δωρήτρια σώματος». «Και ποιά είσαι ρε μάνα, η Σίντυ Κρώφορντ, για να λιμπιστούν το σώμα σου;» της λέω, χαζά.. «Άσε τις αηδίες και υπόγραψε!» – ήρθε κοφτή η διαταγή. Φυσικά υπογράψαμε και το θέμα έκλεισε.

Το πρόβλημα με την αυτοεξυπηρέτηση είχε οξυνθεί πλέον και τη λύση έδωσε πάλι μόνη της η Ευγενία. Μιά μέρα, μας κάλεσε πάλι με τον αδελφό μου και μας είπε να την πάμε στο Γηροκομείο γιατί ήθελε να μετεφερθεί εκεί. Όταν τη ρωτήσαμε πως ξέρει τι θα συναντήσει εκεί, μας είπε ότι πήγε ήδη με μία φίλη της και βρήκε όχι μόνο την πτέρυγα, αλλά και το δωμάτιο που θα ήθελε να εγκατασταθεί, οπότε, επείγει να πάμε μαζί και να κανονίσουμε την εγκατάστασή της. Κάτι που κάναμε αμέσως. Από τη διευθύντρια, με την οποία είχαμε μία συζήτηση και λύσαμε τις τυπικές προϋποθέσεις, όπως και τα οικονομικά (τη μηνιαία καταβολή, από τη μεριά της μητέρας μου, για την παραμονή), η μητέρα μου, ζήτησε τη συγκεκριμένη πτέρυγα γιατί ήταν μεικτή και ήλπιζε ότι εκτός από καμιά γυναίκα θα έβρισκε και κανέναν άντρα να κάνει παρέα.
Σε δυό μέρες, η Ευγενία είχε μεταφερθεί στο Γηροκομείο κι εγώ με τον αδελφό μου, φροντίσαμε να της φέρουμε όλα τα απαραίττηα πράγματα της,  κυρίως βιβλία, ρούχα και λοιπά. Μας βοήθησε και η αδελφή της, η θεία μου η Σάσα, η οποία, έκτοτε, την επισκέπτονταν συχνά και την περιποιόταν. Ειδικά για τα βιβλία, υπήρχε το προηγούμενο με την ωχρά κηλίδα, από την οποία έπασχε και δεν μπορύσε να διαβάσει, σχεδόν καθόλου, από το ένα μάτι. Βρήκε όμως μόνη της ένα κατάστημα οπτικών, από το οποίο αγόρασε για το γερό μάτι, έναν πανάκριβο φακό (μάλλον από τη NASA), με τον οποίο κατάφερνε να διαβάζει. Έτσι, στο Γηροκομείο, όταν απογοητεύτηκε από τις κυρίες «Τι να πω, Φώτο μου, με αυτές τις γυναίκες. Όλη τους τη ζωή έπαιζαν κουμ-καν». Αλλά και οι άνδρες την απογοήτευσαν. Είτε ήταν όλη μέρα καρφωμένοι στην τηλεόραση, ενώ από γνώσεις και μόρφωση, άστα να πάνε..

Έτσι περιορίστηκε στο διάβασμα. Με τον αδελφό μου, της πήγαμε μία συσκευή τηλεόρασης στο δωμάτιό της, με ειδικά ακουστικά για να ακούει. Όμως δεν την άνοιγε σχεδόν ποτέ.

Πηγαίναμε να τη δούμε, σχεδόν κάθε μέρα. Όμως, για κάποια δύσκολα θέματα, τη φρόντιζε η Σάσα. Κάποια στιγμή, βρέθηκε στην Αθήνα ο πρώτος μου ο εγγονός ο Πέτρος (τα άλλα εγγόνια δεν τα πρόλαβε), και της τον πήγα στο γηροκομείο. Επειδή είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γιο μου τον Γιώργη (που έφερε το όνομα του πατέρα μου και, φυσικά με επώνυμο Λαμπρινός), συγκινήθηκε ιδιαίτερα με το δισεγγονάκι, το οποίο μιλούσε θαυμάσια ελληνικά, παρόλο που γεννήθηκε και μεγάλωνε στο Παρίσι, όπου ζούσε και εργαζόταν ο πατέρας του.

Από τότε που ο Πέτρος άρχισε να μιλάει, είχα απαγορεύσει να του πούνε ότι είμαι ο παππούς. Στην ερώτηση ποιός είμαι, είχα πει να του λένε, «ο μπαμπάς του μπαμπά» – έτσι υπήρχαν περιπτώσεις που τηλεφωνούσα στο Παρίσι, σήκωνε ο Πέτρος το ακουστικό και όταν του μιλούσα, φώναζε: «Στο τηλέφωνο ο μπαμπάς του μπαμπά!». Ωστόσο, εκείνη την ημέρα, η μητέρα μου, χωρίς να γνωρίζει τις ιδιοτροπίες μου, τον ρώτησε «Πως τα πας με τον παππού;» – δείχνοντας εμένα. Οπότε το παιδί γυρνάει και μου λέει: «α, ώστε είσαι ο παππούς!». «Μάνα, θα σε σκοτώσω», πρόλαβα να πω εγώ και το θέμα έληξε. Από τότε ο Πέτρος γνωρίζει πως είμαι ο παππούς του, μέχρι σήμερα 15 χρονών παληκάρι, αλλά με φωνάζει «Φώτο».

Η Ευγενία, είχε ήδη υποστεί, από άσχημο πέσιμο στην Κνωσσό της Κρήτης, εγχείρηση στη λεκάνη και ειχε μείνει ελαφρώς ανάπηρη. Περπατούσε με μπαστούνι, το ατύχημα συνέβη για δεύτερη φορά στους διαδρόμους του Γηροκομείου και ξαναεγχειρίστηκε. Έκτοτε, τα πράγματα έβαιναν από το κακό στο χειρότερο. Πλησίαζε πλέον τα 95, όταν έπεσε για τρίτη φορά και στην Πολυκλινική, που μεταφέρθηκε, δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει. Πέθανε στις 16 Αυγούστου 2006.
Αμέσως, ειδοποιήθηκε ο καθηγητής ιατρικής, υπεύθυνος για τους δωρητές σώματος και την ίδια μέρα η Ευγενία, εξαφανίστηκε.

Όπως και ο πατέρας μου, για τον οποίο ποτέ δεν μάθαμε, με ακρίβεια, πού έχει ακριβώς ταφεί – ξέραμε ότι είναι καπου ανάμεσα στα χωριά Άγναντα και Πράμαντα, στα Τζουμέρκα (Βλ. βιογραφικό Γ. Λαμπρινού), έτσι και η μητέρα μου, μας απήλλαξε από κηδείες, παπάδες, εκκλησίες, νεκροταφεία και τάφους…
Άνθρωποι με τις δικές τους αρχές…

No comments so far.